Ο κυνηγός

ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

–Να έρθω μαζί σου, μπαμπά;

Αγκάλιασε τα γόνατα του πατέρα της η μικρούλα. Ο Παντελής χάιδεψε το κεφαλάκι του τετράχρονου κοριτσιού του και γύρεψε με τα μάτια του τη γυναίκα του και τον γιο του.

–Μπαμπά, κοίτα! ξεπρόβαλε θριαμβευτικά ο Τάσος σαν παπουτσωμένος γάτος μέσα στις κυνηγετικές μπότες του πατέρα του.

–Μμμ, θα γίνεις σπουδαίος κυνηγός!

–Θα έρθω μαζί σου απόψε για αγριόπαπιες.

–Κανείς δεν θα πάει πουθενά! μίλησε δήθεν αυστηρά η μάνα τους η Άννα. Γρήγορα στα κρεβάτια σας. Το πρωί θα σηκωθούμε πολύ πρωί.

Έφυγαν τα παιδιά, αφού φίλησαν πρώτα τον πατέρα τους. Έμεινε μόνο του τ’ αντρόγυνο.

Ο Παντελής, κυνηγός από έφηβος, το είχε χόμπι κι αδυναμία. Από Αύγουστο ως τον Φεβρουάριο, που έληγε η κυνηγετική περίοδος, ξημεροβραδιαζόταν στον κάμπο, στις καλαμιές, στα δάση. Και, δόξα τῷ Θεῷ, είχε απ’ όλα ο νομός τους.

–Να προσέχεις, Παντελή! ψιθύρισε η Άννα. Θα ήθελα να σου πω να μην πας απόψε, μέρα που ξημερώνει…

–Άντε πάλι τα ίδια, απάντησε εκνευρισμένος. Μου τα λέει χρόνια κι η μάνα μου! Πάρτε το είδηση! Το κυνήγι είναι η ζωή μου, η ελευθερία μου κι η ξεκούρασή μου!

Όση ώρα μιλούσε κι εξηγούσε στη γυναίκα του τα περί ελευθερίας, έδεσε τις μπότες του, κούμπωσε το μπουφάν, φόρεσε τον σκούφο. Η Άννα τόλμησε μια ακόμη κουβέντα:

–Ξέρεις τι ξημερώνει αύριο;

–Χριστούγεννα. Το ’παμε! Μην αρχίζεις πάλι την γκρίνια. Δίπλα είναι η εκκλησία. Θα πάτε οι τρεις. Μέχρι να τελειώσει η λειτουργία, θα έχω επιστρέψει.

–Εσύ; Πότε θα έρθεις μαζί μας;

–Άννα… αγρίεψε ο Παντελής, που δεν ανεχόταν παρατηρήσεις τέτοιου είδους. Άννα… άντε στο καλό, κι άσε με μένα να πάω στο κυνήγι. Δεν είμαι δα κανένας άθεος, το ξέρεις. Αλλά κι ο Θεός δεν είναι απάνθρωπος. Θα με περιμένει ως το Πάσχα.

Γέλασε με το ευφυολόγημά του κι έσκυψε πάνω από το παράθυρο, μόλις άκουσε κόρνα αυτοκινήτου.

–Άντε, φεύγω, ήρθε ο Μιχάλης με τα σκυλιά.

Τον κοίταζε που έφευγε και σφίχτηκε η καρδιά της. Στο νου της μπερδεύονταν οι λέξεις και τα νοήματα «άθεος – απάνθρωπος – Θεός – άνθρωπος». Ο Θεός γίνεται άνθρωπος! Κι ο άντρας της τρέχει στις καλαμιές του χειμώνα για αγριόπαπιες…

–Θεέ μου, συγχώρα μας και περίμενέ μας…

***

Η χριστουγεννιάτικη λειτουργία ήταν ακόμη στη μέση. Ο νους της προσπαθούσε να συγκεντρωθεί, να βρει τον Θεό μεταξύ φάτνης – Αγίας Τράπεζας, σπιτιού και λόγγου. Δίπλα τα παιδιά της μισοκοιμόντουσαν ντυμένα στα καλά τους.

Ένα σκούντημα στον ώμο την έβγαλε από τις σκέψεις της. Ο κυρ-Ανέστης ο νεωκόρος την κοίταξε έντρομος και ξερόβηξε.

–Αννούλα, έρχεσαι λίγο έξω;

Άφησε τα παιδιά της στην απορημένη πεθερά της, παραμέρισε όσους κάθονταν στα διπλανά στασίδια και προχώρησε προς το παγκάρι.

–Τι τρέχει, κυρ-Ανέστη;

–Άννα… έεε… μόλις πριν λίγο ήρθε ο Γιώργος της Καίτης… και…

–Μίλα, κυρ-Ανέστη!

–Ο Παντελής… είχαν ατύχημα στον αγροτικό δρόμο και ειδοποίησαν να πας στο νοσοκομείο.

–Ζει;;; έβγαλε δυνατή φωνή η Άννα, κάτασπρη σαν το πανί.

Την έπιασε από το μπράτσο και την έβγαλε έξω.

–Κάλεσα τον αδελφό μου να σε πάει.

Δεν ρώτησε τίποτε άλλο η Άννα. Το πρόσωπό της δεν είχε πια έκφραση. Κοίταξε από τη μισάνοιχτη πόρτα της εκκλησίας πέρα στο βάθος την Αγία Τράπεζα του νεογέννητου Χριστού. «Γιατί; Γιατί δεν περίμενε ως το Πάσχα; Ήταν καλός ο Παντελής! Θα κρατούσε τον λόγο του… Δεν ήταν άθεος…».

Απολογούνταν στον Θεό, όση ώρα το αυτοκίνητο έτρεχε προς το νοσοκομείο.

Άνοιξε βιαστικά. Έτρεξε στα επείγοντα. Της είπαν να περιμένει έξω από τα χειρουργεία.

Αλαφιασμένη έφτασε. Τρελή από την αγωνία.

«Γιατί;; Περίμενέ μας! Δεν είναι άθεος!…».

Την πλησίασε ένας νεαρός γιατρός. Τον ρώτησε μόνο αν ζει. Μόνο αυτό. Θα πήγαινε την εσωτερική της διαπραγμάτευση βήμα βήμα…

–Τον σύζυγό σας τον έφεραν ζωντανό. Έχει υποστεί πολλαπλά κατάγματα σε όλο το σώμα. Η μετωπική σύγκρουση στον αγροτικό δρόμο, όπως πληροφορηθήκαμε, ήταν ισχυρή…

Δεν άντεχε να ακούσει άλλα. Σωριάστηκε στην καρέκλα. Σφράγισε τα μάτια. Έπιασε ξανά την οδυνηρή διαπραγμάτευση με τον Θεό, που περίμενε τον σύζυγό της εκεί πέρα στις καλαμιές με τις αγριόπαπιες.

***

Τρεις μέρες στην εντατική δεν σάλεψε το βλέφαρό του. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες η καρδιά της φώναζε.

Την τέταρτη μέρα ήταν σκυμμένη από πάνω του, όταν άνοιξε τα μάτια του και τη γνώρισε.

–Άννα…

Σκούπισε από το πρόσωπό του τα δάκρυα που της ξέφυγαν. Δεν ήθελε κάτι άλλο. Βήμα βήμα θα πήγαινε τη μυστική συμφωνία και την πάλη.

Δυό μέρες μετά μπαίνοντας στην εντατική τον είδε να προσπαθεί να κάνει τον σταυρό του. Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.

–Πες μου, τι θες να μάθεις; ρώτησε ο Παντελής με τη συναίσθηση ανθρώπου που χρωστάει χρέος μεγάλο.

–Θέλω να μου πεις, ρώτησε απαλά και σταθερά, σαν να την είχε από καιρό έτοιμη την ερώτηση, ποιο είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάσαι από το ατύχημα…

Γύρισε το πρόσωπό του από την άλλη πλευρά, κι ήταν η σειρά του τώρα να κλάψει. Άρχισε να μιλά αργά αργά.

–Είδα δίπλα μου αναίσθητο τον Μιχάλη… Κρύωνα… Δεν ξέρω πόσες ώρες έμεινα έτσι. Ύστερα κάποιοι με σήκωσαν σε φορείο. Έσβηνα… Την ώρα που κατάλαβα ότι με έβαζαν σε ασθενοφόρο, ένα μόνο τελευταίο θυμάμαι… ότι είπα: «Θεέ μου, είμαι ο Παντελής. Έχω κάνει αμαρτίες πολλές. Συγχώρα με. Έχω γυναίκα και δυο μικρά παιδιά. Τους αφήνω στα χέρια σου». Και ησύχασα, Άννα, και… χάθηκα… Ύστερα το πρώτο που είδα ήσουν εσύ, εδώ πάνω στο κρεβάτι μου…

Τώρα ήξερε. Δεν ήταν μόνη στην πάλη με τον Θεό, που από αγάπη έγινε άνθρωπος και τους περίμενε.

Ν.Α.

Γίνε συνδρομητής στο «Προς τη Νίκη»!

Facebooktwitterpinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *