Αδελφόθεος

«Ἀδελφόθεον» έχει ονομάσει η Εκκλησία μας τον Άγιο Ιάκωβο, του οποίου την μνήμη εορτάζουμε στις 23 Οκτωβρίου. Κι αυτό γιατί οι Ιουδαίοι τον θεωρούσαν αδελφό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, όπως και τους άλλους τρεις γιους του Ιωσήφ: τον Ιωσή, τον Σίμωνα και τον Ιούδα. Γίνεται λόγος γι’ αυτούς στο Ευαγγέλιο (Ματθ. ιγ΄ 55 και Μαρκ. στ΄ 3).

Τα παιδιά αυτά, σύμφωνα με μια πολύ παλιά εξήγηση, με την οποία συμφωνεί περισσότερο η ορθόδοξη παράδοση, τα είχε αποκτήσει ο Ιωσήφ, πριν ο Θεός του αναθέσει την προστασία της Παναγίας Παρθένου Μαρίας και του Θείου Βρέφους Ιησού.

Με πόση ιερή συγκίνηση θα θυμόταν αργότερα ο Ιάκωβος εκείνα τα χρόνια, που του είχε γίνει η τόσο μεγάλη τιμή, να ζήσει στην Ναζαρέτ κοντά στο «Παιδίον τὸ νέον», το Ιησού, ο οποίος θεωρούνταν αδελφός του;!

Μεγαλύτερος αυτός από τα τέσσερα παιδιά του Ιωσήφ, θα είχε την δυνατότητα να αντιλαμβάνεται την θαυμαστή ανάπτυξη του Ιησού, για την οποία η Αγία Γραφή λέγει: «Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ’ αὐτό.»

Ασφαλώς η ψυχή του Ιακώβου θα γέμιζε από συναισθήματα τρυφερής αδελφικής αγάπης και στοργής προς τον τρισχαριτωμένο Ιησού. Όμως δεν του ήταν δυνατό να καταλάβει τίποτα περισσότερο για την θεία φύση του Ιησού.

Έβλεπε ο Ιάκωβος τον Ιησού να μεγαλώνει όπως όλα τα παιδιά, εφ’ όσον ήταν και τέλειος άνθρωπος. Προ πάντων Τον έβλεπε να είναι τόσο πολύ ταπεινός! Και ενώ «προέκοπτε σοφίᾳ», συγχρόνως βοηθούσε ταπεινά τον Ιωσήφ στο εργαστήριό του και εργάστηκε ως μαρακός μέχρι το 30 έτος περίπου της ηλικίας του μέσα στο δύσκολο περιβάλλον της Ναζαρέτ.

Και να, έφθασε η ώρα κατά την οποία ο Ιησούς, ο νομιζόμενος ως γιος του Ιωσήφ και αδελφός του Ιακώβου, του Ιωσή, του Ιούδα και του Σίμωνα εμφανίζεται Διδάσκαλος του Ιουδαϊκού λαού! Θαυματουργός Προφήτης! Ο απεσταλμένος του Θεού! Ο υιός του ανθρώπου! Ο Μεσσίας!…

Ο Ιάκωβος βλέπει τα πλήθη να τρέχουν πίσω από τον Ιησού… Εκείνος όμως, αν και πάντοτε ήταν πολύ ευσεβής, δεν γίνεται οπαδός Του. Δυσκολεύεται να πιστέψει.

Δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα του…

Την είχε φυλάξει ο Κύριος την ορισμένη ώρα γι’ αργότερα. Ο αγαθός και σοβαρός και δίκαιος, σαν τον πατέρα του Ιωσήφ, Ιάκωβος, συνετρίβη βαθύτατα από τα τελευταία θαυμαστά γεγονότα της Σταυρώσεως και της ταφής του Ιησού. Στον βαθύ πόνο του τον επισκέφθηκε ο Αναστημένος Ιησούς. Εμφανίσθηκε σ’ αυτόν. Το μαρτυρεί ο Απόστολος Παύλος: «ὤφθη Ἰακώβῳ» (Α΄ Κορ. ιε΄ 7).

Από τώρα ο Ιάκωβος γίνεται τελείως διαφορετικός. Πιστεύει στερεά και αμετακίνητα, ότι ο Ιησούς είναι ο Σωτήρας του κόσμου.

Αφοσιώνεται στο θέλημα και την διδασκαλία του Κυρίου. Συναντιέται με τους Μαθητές και Αποστόλους του Κυρίου και δεν αποχωρίζεται πλέον από αυτούς.

Μαζί τους βρίσκεται συνεχώς στο υπερώο (Πραξ. α΄ 14). Εκεί μαζί με τους Αποστόλους έλαβε και αυτός την χάρη του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.

Η πρώτη Χριστιανική Εκκλησία των Ιεροσολύμων αισθάνεται τόσο δυνατή και άγια και σεβαστή την προσωπικότητά του, ώστε τον θεωρεί ένα από τους στύλους, που στηρίζουν το θείο οικοδόμημά της.

Ο Απόστολος Παύλος, όταν έρχεται στα Ιεροσόλυμα, θεωρεί υποχρέωσή του να επισκεφθεί όχι μόνο τον Πέτρο και τον Ιωάννη, αλλά και τον Ιάκωβο «τοὺς δοκοῦντας στῦλους εἶναι» (Γαλ. β΄ 9). Και εκθέτει και σ’ αυτόν την πορεία του ιεραποστολικού του έργου και την διδασκαλία του.

Η γνώμη του Αδελφοθέου έχει βάρος∙ έχει κύρος μεγάλο. Σ’ αυτόν δίνουν εμπιστοσύνη οι πιστοί.

Αυτός ως πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων προέδρευσε και συνόψισε τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η ονομαστή Αποστολική Σύνοδος, η οποία συνήλθε εκεί.

Το μίσος των Ιουδαίων προς τον Ιησού και τους Μαθητές Του προετοίμασε και το τέλος του θείου Ιακώβου. Τον συνέλαβαν∙ τον ανέβασαν δια της βίας πάνω στο πτερύγιο του ναού του Σολομώντος και τον διέταξαν να πει λόγια εναντίον του Κυρίου. Να Τον αποκηρύξει ενώπιον του λαού.

Ο Άγιος Ιάκωβος κατάλαβε ότι πλησίαζε το μαρτυρικό του τέλος. Γι’ αυτό γέμισε με χαρά. Φώναξε λοιπόν από εκεί πάνω:

«Τί μὲ ἐπερωτᾶτε περὶ τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου; Καὶ Αὐτὸς κάθηται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐκ δεξιῶν τῆς μεγάλης δυνάμεως καὶ μέλλει ἔρχεσθαι ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ».

Μόλις άκουσαν την θαρραλέα αυτή ομολογία του, έγιναν θηρία ανήμερα. Με κραυγές και κατάρες τον γκρέμισαν και άρχισαν να τον λιθοβολούν.

Εκείνος, άκακος σαν αρνί, προσευχόταν κατά το παράδειγμα του Κυρίου∙ «Παρακαλῶ, Κύριε Θεὲ Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς∙ οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι».

Το τελικό χτύπημα του το έδωσε κάποιος εργάτης με ένα ρόπαλο στο κεφάλι.

Ο Αδελφόθεος είχε ψυχή τρυφερή, γεμάτη αγάπη και επιθυμούσε να απολαύσουν όλοι την σωτηρία, που χαρίζει ο Χριστός. Γι’ αυτό προσευχόταν συνεχώς υπέρ του λαού. Και πάντοτε γονατιστός. Λένε ότι από το γονάτισμα είχαν σκληρύνει τα γόνατά του και είχαν γίνει σαν της καμήλας.

Για να βοηθήσει ακόμα περισσότερο τους πιστούς να προχωρήσουν στην χριστιανική ζωή, έγραψε Επιστολή, την οποία απηύθυνε προς τα πλήθη των εξ Ιουδαίων Χριστιανών, οι οποίοι είχαν διασπαρεί σε διάφορα μέρη.

Η Επιστολή του αυτή έχει συμπεριληφθεί στις Καθολικές Επιστολές της Καινής Διαθήκης.

Ο τρόπος με τον οποίο διδάσκει είναι ευχάριστος και επαγωγικός, διότι χρησιμοποιεί πρακτικά παραδείγματα και είναι εύκολο να τα κατανοήσει εκείνος που έχει αγαθή διάθεση.

Μέσα σ’ αυτήν μαθαίνει κάθε Χριστιανός, ότι η προσπάθεια να συγκρατεί την γλώσσα του και να μην παρεκτρέπεται σε λόγια απρεπή, θα του χαρίσει την δύναμη της αυτοκυριαρχίας και θα προχωρήσει προς την τελειότητα. Διότι «εἴ τις ἐν λόγῳ οὺ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ, δυνατὸς χαλιναγωγῆσαι καὶ ὅλον τὸ σῶμα».

Ο πλούσιος και ο φτωχός μαθαίνουν που βρίσκεται η αληθινή ευτυχία.

Εκείνος που βρίσκεται μέσα στους πειρασμούς και τις δοκιμασίες της ζωής αντλεί την δύναμη της υπομονής, με την οποία θα βγει νικητής και θα λάβει «τὸν στέφανον τῆς ζωῆς» της αιωνίου που έχει υποσχεθεί ο Κύριος.

Ο νέος, ο οποίος έχει τον πόθο να αποκτήσει γνώσεις και θέλει να γίνει σοφός, μαθαίνει ότι μόνο η «ἄνωθεν σοφία», η σοφία που δίνεται από τον Θεό, είναι αληθινή, «ἁγνὴ», «εἰρηνική, ἐπιεικής, μεστὴ ἐλέους καὶ καρπῶν ἀγαθῶν»… Ότι εκείνος που δεν την έχει μπορεί να την αποκτήσει, έχει υποχρέωση να την δείξει με «τῆς καλῆς ἀνατροφῆς τὰ ἔργα αὐτοῦ».

Μέσα εκεί λύνεται το αγωνιώδες ερώτημα:  «Πόθεν πόλεμοι καὶ μάχαι»; Και δίνεται χειροπιαστή η αιτία, που δημιουργεί όλες τις κοινωνικές αναστατώσεις…

Την έχεις διαβάσει αυτή ποτέ αυτή την Επιστολή;

Μόλις την ανοίξεις, θα αισθανθείς αμέσως το μεγαλείο της ταπείνωσης του θείου Ιακώβου. Η Εκκλησία τον αποκαλεί «Αδελφόθεο». Εκείνος όμως αισθανόμενος την τεράστια απόσταση, η οποία τον χωρίζει από τον Κύριο, συστήνει τον εαυτό του δούλο του Χριστού: «Ἰάκωβος, Θεοῦ καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος».

Μελέτησέ την και θα βρεις πολλές σοφές πρακτικές συμβουλές, που θα σε βοηθήσουν σε πολλά θέματα.

Θα αισθανθείς την ψυχή σου περισσότερο δυνατή να αγωνιστεί για την ζωή της πίστεως, που είναι γεμάτη από έργα αγάπης και καλοσύνης…

Θα επιθυμήσεις τότε και άλλοι πολλοί  —όλοι οι γύρω σου— να βγούν από την πλάνη και να βρουν τον δρόμο της αλήθειας.

Μελέτησέ την και θα γεμίσει η ψυχή σου από ενθουσιασμό για τον καλό αγώνα. Θα πλημμυρίσει από «πᾶσαν χαράν».

 

Προς την Νίκη, τεύχος 239, διασκευή.

 

Facebooktwittergoogle_pluspinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *