Να βιώσουμε το μήνυμα των Χριστουγέννων

Ἀπό τόν Νικόλαο Βασιλειάδη (κυρίως ὡς Ν. Ροδινό στό περιοδικό Πρός τή ΝΙΚΗ) μάθαινες πολλά, στοχαζόσουν, ἀνέβαινες ψηλότερα, ἔνιωθες –ἀκόμη καί μέσα στό βαρύ καταχείμωνο– «ἄνοιξη ἀληθινή», σάν μυστική βαθιά χαρά, ἐλευθερία καί εἰρήνη, αὐτά πού ἀποπνέουν ὅλοι «ΟΙ ΝΕΑΝΙΚΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ» του.

Κάποια Χριστούγεννα, ζωντανεύει στούς «Νεανικούς Προβληματισμούς» μιά ἱστορία ἀπό τόν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918), σχολιάζει τά τότε ἐπίκαιρα, πάντοτε σύγχρονα, καί καταλήγει στήν προτροπή καί τήν εὐχή: «Νά βιώσουμε τό μήνυμα τῶν Χριστουγέννων».

Τήν ἀναδημοσιεύουμε στήν ἀναχώρησή του γιά τόν κόσμο τοῦ οὐρανοῦ, ὅπου τά φετινά Χριστούγεννα θά ἀγάλλεται ψάλλοντας μετά «πλήθους στρατιᾶς οὐρανίων ἀγγέλων» τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ.

 

Νύχτα Χριστουγέννων. Τά Γαλλικά χαρακώματα ἦταν γεμάτα κουρασμένους στρατιῶτες. Τό χιόνι ἔπεφτε ἁπαλά-ἁπαλά σκεπάζοντας τή γῆ. Ὅλα ἦταν ἥσυχα, γαληνά, ἤρεμα, σιωπηλά. Ξαφνικά ὁ ἀξιωματικός πήδησε ἀπό τή θέση του, στάθηκε ὄρθιος καί φώναξε: «Ἑτοιμασθεῖτε! Πλησιάζει ἡ ὥρα γιά ἔφοδο!».

Οἱ στρατιῶτες σηκώθηκαν, ἑτοιμάστηκαν. Κανένας δέν παραπονέθηκε. Μερικοί ὅμως ἦταν βυθισμένοι σέ σκέψεις. Θυμόντουσαν ἄλλες Χριστουγεννιάτικες νύχτες στά σπίτια τους μέ τ᾽ ἀγαπημένα τους πρόσωπα˙ μιά ἀτμόσφαιρα οἰκογενειακῆς χαρᾶς καί εἰρήνης.

Ἡ ὥρα προχωροῦσε καί ἀπό στόμα σέ στόμα μεταδόθηκε πώς ἔμεναν μονάχα πέντε λεπτά γιά τήν ἔφοδο κατά τοῦ ἐχθροῦ. Οἱ νοσταλγικές σκέψεις ὑποχώρησαν, οἱ μορφές τῶν συγγενῶν ἔσβησαν ἀπό τή μνήμη. Καθένας χούφτιασε τό ὅπλο του, πῆρε θέση καί περίμενε τό σύνθημα-διαταγή.

Τότε συνέβη τό ἀναπάντεχο. Τή σιωπή τῆς νύχτας διέκοψαν ἀνθρώπινες φωνές πού ἔψαλλαν στά Γερμανικά. Κάθε Γάλλος στρατιώτης τέντωσε τ᾽ αὐτί του, προσπαθοῦσε ν᾽ ἀκούσει καλύτερα. Ὁ ὕμνος δυνάμωνε. Οἱ φωνές μελωδικές, βαριές ἔφταναν καθαρά ὥς τά Γαλλικά χαρακώματα. Κι οἱ Γάλλοι στρατιῶτες ξεχώριζαν τώρα τή μουσική τοῦ γνωστοῦ Χριστουγεννιάτικου ὕμνου:

Ἅγια νύχτα, σέ προσμένουν

μέ χαρά οἱ Χριστιανοί…

καί μ᾽ εὐλάβεια μεγάλη

κεῖ πού τ᾽ ἅγιο φῶς προβάλλει…

Μέσ᾽ στά χαρακώματα ἐδῶ κι ἐκεῖ κάποιος στρατιώτης χαμήλωνε τό ὅπλο του καί τά χείλη του ἔπαιρναν νά τρέμουν στό ἄκουσμα τοῦ Χριστουγεννιάτικου ὕμνου.

Εὐθύς ἀκούστηκε ἡ φωνή: «Ἔφοδος˙ ζήτω ἡ Γαλλία!». Κανείς δέν κουνήθηκε. Ἀκούστηκαν μόνο κάτι σάν λυγμοί, σάν ἀναφυλλητά. Ξαφνιάστηκε ὁ ἀξιωματικός˙ ἑτοιμάστηκε νά ἐπαναλάβει τήν προσταγή, ἀλλά σταμάτησε. Οἱ λέξεις τοῦ Χριστουγεννιάτικου ὕμνου εἶχαν φτάσει καί στά δικά του τ᾽ αὐτιά… Κατέβασε τό σπαθί του σέ χαμηλωμένο τόνο, καί μέ μαλακή φωνή εἶπε: «Πολύ καλά, ἀπόψε δέν θά γίνει ἔφοδος. Ἄς ψάλουμε κι ἐμεῖς τά Χριστούγεννα»!…

Θυμήθηκα τοῦτο τό περιστατικό τοῦ Α´ Παγκοσμίου πολέμου –τό ᾽χω διαβάσει ἐδῶ καί χρόνια– καθώς ὁ οὐρανός εἶναι σκεπασμένος ἀπό μαῦρα ἀπειλητικά σύννεφα, πού προσπαθοῦν νά ἐμποδίσουν τή λάμψη τῆς θείας Χάριτος τῶν Χριστουγέννων νά καταυγάσει τή γῆ. Καθώς ἡ ἀτμόσφαρα δονεῖται καί βουΐζει ἀπό τίς κραυγές καί κλαγγές τῶν παθῶν, τῶν ὅπλων καί τῶν συγκρούσεων. Πῶς ν᾽ ἀκουστεῖ ἔτσι τό θεῖο μήνυμα τῆς εἰρήνης καί τῆς εὐδοκίας;

Ἔφοδο φωνάζουν, οἱ μέν˙ ἔφοδο φωνάζουν, οἱ δέ. Ἡ ζωή μας πάνω στή γῆ βουλιάζει μέσα στήν κακία, τό μίσος, τή βία, τήν ἀδικία, τήν τυραννία, τόν ἀναρχισμό, τό χάος. Τρέχουν οἱ ἄνθρωποι τρομαγμένοι, ὁρμοῦν οἱ λαοί ὀργισμένοι, φεύγουν πεινασμένοι, ἔξαλλοι οἱ πρόσφυγες ἀγέλες-ἀγέλες στά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος. Τουρτουρίζουν τά ὀρφανά˙ γεμάτες πίκρα καί ἀπογοήτευση οἱ τρυφερές ψυχές τους. Τί τούς νοιάζει τούς ἰσχυρούς τῆς γῆς; Αὐτοί ἔχουν λίρες, φράγκα, δολλάρια, ρούβλια, στόλους, ἀεροπλάνα, πυραύλους…

Πόσο ὅμως θά ἄλλαζε τό σκηνικό τοῦ κόσμου μας, ἄν θέλαμε νά δεχθοῦμε καί νά βιώσουμε τό μήνυμα τῶν Χριστουγέννων!… Πόσο ὄμορφα θά ᾽ταν τά Χριστούγεννα, ἄν ὅλοι οἱ λαοί γονατίζαμε ταπεινά στό θεῖο Βρέφος καί ζητώντας τήν εὐλογία του τό παρακαλούσαμε νά μαλακώσει τίς καρδιές μας, νά σβήσει ἀπό τίς ψυχές μας τό μίσος καί νά σπείρει στά βάθη μας τόν ἅγιο φόβο του, τήν εἰρήνη του, καί τήν ἀγάπη στόν συνάνθρωπό μας. Τότε θ᾿ ἄνοιγαν οἱ καρδιές˙ θ᾿ ἄνοιγαν τά μάτια καί θά βλέπαμε πώς εἴμαστε ὅλοι παιδιά τοῦ Ἑνός Θεοῦ. Θά διαπιστώναμε πώς ὅλοι ἔχουμε δικαιώματα στή ζωή˙ δικαιώματα ἐλευθερίας, δικαιώματα λόγου καί θρησκείας. Καί πώς ὅλοι ἔχουμε ἐπείγουσα ἀνάγκη νά πορευόμαστε ἀγαπημένοι, μ᾽ ἐλπίδα καί πίστη στόν ἅγιο Θεό, πού εὐδόκησε νά στείλει στή γῆ μας τόν Γιό του τόν Μονογενή, γιά νά κάνει τή ζωή μας ὄχι ἁπλῶς ἀνθρωπινότερη ἀλλ᾽ ἁγιότερη.

Τότε μέσα ἀπό τόν βαρύ χειμώνα πού μᾶς κτυπᾶ μέ τήν παγωνιά του στά κόκκαλα καί μᾶς κάνει νά πιανόμαστε σύξυλοι ἤ νά βογγοῦμε μελανιασμένοι ἀπό κρυοπαγήματα –ἐξόν κι ἄν μᾶς πνίξει ἡ νεροποντή ἤ μᾶς σκεπάσει γιά πάντα τό χιόνι– θά γευτοῦμε τήν ἄνοιξη ἀληθινῆς καί μόνιμης χαρᾶς. Καί θ᾽ ἀκούσουμε τή χαρούμενη φωνή πλήθους στρατιᾶς οὐρανίων ἀγγέλων: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

 

Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.