«Αποδείξεις της Αναστάσεως» – χρεωστούμενες απαντήσεις!

Απαντούμε στις ερωτήσεις που εκκρεμούν από την εκπομπή του περασμένου Σαββάτου!

Γιατί ο Χριστός αναστήθηκε και έζησε μόνο σαράντα ημέρες; Θα μπορούσε να ζήσει περισσότερο και να διδάξει περισσότερους ανθρώπους.
Ο Κύριός μας μετά την Ανάστασή του δεν έζησε μόνο σαράντα ημέρες. Αναστήθηκε και ζει και θα ζει αναστημένος διότι είναι ο αιώνιος Θεός. Σαράντα ημέρες μετά την Ανάσταση ανελήφθη μέσα σε δόξα «καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ» (Μάρκ. ιστ΄ 19), στο θρόνο της Θεότητος. Ο Κύριός μας, λοιπόν, δεν είναι νεκρός, αλλά ο ζωντανός Θεός.
Αλλά και μετά την Ανάληψή Του παραμένει κοντά μας, «οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλὰ μένων ἀδιάστατος», όπως λέει το Κοντάκιο της εορτής της Αναλήψεως. Δηλαδή, χωρίς να μας έχει αποχωριστεί, χωρίς να μας χωρίζει κάποια απόσταση, ζει αναστημένος δίπλα μας, όπως άλλωστε το είχε υποσχεθεί ο Ίδιος λίγο μετά την Ανάστασή Του: «Ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. κη΄ 20). Δηλαδή, σας υπόσχομαι ότι θα είμαι πάντα μαζί σας βοηθός και συμπαραστάτης σας, μέχρι να τελειώσει ο αιώνας αυτός, μέχρι δηλαδή τη συντέλεια του κόσμου.
Η υπόσχεσή Του αυτή γίνεται πραγματικότητα μέσα στην αγία μας Εκκλησία, με τα Ιερά Μυστήρια. Ο Κύριος στην Εκκλησία διδάσκει τους ανθρώπους, αλλά και προσφέρει τον ίδιο τον εαυτό Του για να ενωθεί μαζί μας. Γι᾿ αυτό και κατά την Θεία Ευχαριστία μεταλαμβάνουμε τον Αναστημένο Ιησού Χριστό. Εκείνον που θα κοινωνούμε αιωνίως στη Βασιλεία Του.

Ο Αναστημένος Χριστός Θεάνθρωπος δεν ήταν; Τότε γιατί έφαγε το ψωμί; Επίσης, γιατί να μη πιστέψω ότι ο Λάζαρος είναι Θεός που κι εκείνος αναστήθηκε κι όχι ο Ιησούς;
Ο Κύριος μετά την Ανάστασή Του δεν είχε ανάγκη τροφής, αλλά έφαγε μόνο και μόνο για να δείξει ότι είχε πραγματικό σώμα κι ότι δεν ήταν φάντασμα. «Επειδή οι Μαθητές απιστούσαν παρόλο που Τον έβλεπαν Αναστημένο ανάμεσά τους, τους είπε ο Κύριος: Έχετε τίποτε φαγώσιμο για να φάω και για να πεισθείτε έτσι ακόμη περισσότερο ότι δεν είμαι πνεύμα; Κι αυτοί Του έδωσαν ένα κομμάτι από ψάρι και λίγη κηρήθρα. Κι αφού τα πήρε ο Κύριος έφαγε μπροστά τους» (Λουκ. κδ΄ 41-43).
Η Ανάσταση του Χριστού δεν είναι απλώς ένα μεγάλο θαύμα σαν τα άλλα θαύματα που έκανε ο Χριστός μας. Η Ανάσταση του Χριστού είναι το μέγιστο των θαυμάτων. Είναι το θαύμα που έκανε στον εαυτό Του. Αναστήθηκε βέβαια και ο Λάζαρος, αλλά όχι μόνος Του! Τον ανέστησε ο Χριστός, ο Νικητής του θανάτου, ο Οποίος ανέστησε και τον υιό της χήρας της Ναΐν και την κόρη του Ιαείρου. Εδώ όμως ανασταίνει μόνος Του τον εαυτό Του. Ποτέ άλλοτε δεν έγινε αυτό. Η Χριστιανική πίστη στηρίζεται όχι μόνο στη διδασκαλία και στην αγιότητα του Χριστού, αλλά κυρίως στην Ανάστασή Του. Διότι αυτή αποδεικνύει ότι ο Χριστός μας δεν ήταν απλός άνθρωπος, αλλά είναι Θεός αληθινός.

Γιατί ο Κύριος προτρέπει τον Θωμά και τους άλλους Μαθητές να τον ψηλαφήσουν, ενώ στη Μαρία την Μαγδαληνή είπε «Μή μου ἅπτου»;
Η αγία Μαρία η Μαγδαληνή νομίζοντας ότι ο Κύριος αναστήθηκε όπως ο Λάζαρος για να ζει μαζί τους με το σώμα του και να αναστρέφεται μαζί τους όπως προηγουμένως, σπεύδει να αγκαλιάσει με ευλάβεια τα πόδια Του. Την πλάνη της αυτή επανορθώνει ο Κύριος λέγοντας «Μή μου ἅπτου» (Ἰω. κ΄ 17). Δηλαδή, πάψε να νομίζεις ότι μπορείς να με κρατήσεις στον κόσμο αυτό. Μη περιμένεις να εξακολουθήσει η μεταξύ σας σωματική μου παρουσία. Νέα πνευματική σχέση και κοινωνία θα μας συνδέει στο εξής, η οποία θα αρχίσει όταν με την Ανάληψή μου ανεβώ προς τον Πατέρα μου. Η αγία Μαρία λοιπόν δεν αμφέβαλλε για το ότι Εκείνος που της μιλούσε ήταν ο Αναστημένος Κύριος. Νόμιζε όμως ότι θα συνεχίσει να ζει μαζί τους όπως πριν.
Ο Θωμάς, αντίθετα, απιστούσε στο ότι ο Κύριος αναστήθηκε και ζητούσε να πεισθεί ότι η εμφάνιση του Κυρίου ήταν απτή πραγματικότητα και όχι κάποια πλάνη της φαντασίας. Γι᾿ αυτό και συγκαταβαίνει στην ασθένεια της καρδιάς του για να τον ανορθώσει από την απιστία στην πίστη.

Αφού υπάρχει Ανάσταση εμείς γιατί φοβόμαστε τον κορωνοϊό και τον θάνατο;
Φοβόμαστε τον κορωνοϊό, διότι όπως ο Θωμάς, έτσι κι εμείς ολιγοπιστούμε. Δεν έχουμε βαθειά μέσα μας τη βεβαιότητα ότι ο Κύριός μας είναι ο Αναστημένος και Ζωντανός Θεός, που κρατά στα Παντοδύναμα χέρια Του όλο τον κόσμο, και ο Οποίος έχει την εξουσία να αλλάξει ακόμη και αυτούς τους νόμους της φύσης, όπως το έκανε και κατά την επίγεια παρουσία Του και να θεραπεύσει κάθε άνθρωπο από κάθε ασθένεια, αν είναι για την ωφέλεια της ψυχής του.
Αγαπούμε επίσης την επίγεια ζωή πιο πολύ απ᾿ ότι την αιώνια ζωή. Αγαπούμε τις υλικές απολαύσεις περισσότερο από τις πνευματικές που θα ζούμε στον Παράδεισο. Νομίζουμε ότι η πραγματική χαρά είναι στα καινούρια κινητά, στα tablets, στα ακριβά ρούχα κι όχι στην μακαριότητα και ευτυχία που θα μας χαρίζει η κοινωνία του Χριστού στη Βασιλεία Του. Γι᾿ αυτό και στην υποψία ενός επερχομένου θανάτου νιώθουμε ότι χάνουμε τα πάντα.
Μας επηρεάζουν, βέβαια, και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι που παρουσιάζουν την πραγματικότητα τραγική, μαύρη και χωρίς ελπίδα. Είναι όντως σοβαρά τα όσα συμβαίνουν και πρέπει με σύνεση να τηρούμε όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσουμε την υγεία μας, αλλά να μη ξεχνάμε ότι κοινός Πατέρας όλων μας είναι ο Παντοδύναμος Θεός. «Ὑμῶν δὲ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί» (Ματθ. ι΄ 30) μας είπε. Δηλαδή, ο Θεός έχει μετρημένες ακόμη και τις τρίχες του κεφαλιού μας. Γνωρίζει κι αυτά ακόμη τα ελάχιστα που μας συμβαίνουν, στα οποία εμείς δίνουμε μικρή σημασία. Δεν υπάρχει, λοιπόν, λόγος να  φοβόμαστε αν έχουμε ζωντανή πίστη στον Αναστημένο Χριστό.

Πάσχα μπορούν να νιώσουν και όσοι είναι έξω από την Εκκλησία; Υπάρχουν χαρούμενοι άνθρωποι έξω από την Εκκλησία;
Πάσχα μπορούν να γιορτάσουν, με κοσμικό τρόπο, και όσοι είναι έξω από την Εκκλησία. Μπορούν να τηρήσουν κάποια έθιμα, γιά παράδειγμα να σουβλίσουν αρνί, να τσουγκρίσουν αυγά, να επισκεφθούν φίλους και συγγενείς, να πάνε εκδρομές και να ξεκουραστούν από την εργασία τους.
Μπορεί όμως μόνο με αυτά να νιώσει -αυτό είναι το σωστό ρήμα- κάποιος το βαθύτερο νόημα της Ανάστασης του Χριστού μας; Μπορεί να ζήσει την Ανάσταση μέσα του; Μπορεί να αισθανθεί τη χαρά, την ελπίδα και τη ζωή που του χαρίζει το μοναδικό αυτό γεγονός; Μόνο μέσα στην Εκκλησία γιορτάζει κάποιος πραγματικά και γίνεται η Ανάσταση του Κυρίου απαρχή και της προσωπικής ανάστασής του από τα πάθη του.
Αντίστοιχα, υπάρχουν και έξω από την Εκκλησία χαρούμενοι άνθρωποι. Η χαρά τους όμως δεν είναι βαθειά. Είναι επιφανειακή και εφήμερη. Εύκολα σβήνει το χαμόγελο και ακολουθεί η θλίψη κι ο φόβος. Κοντά στον Ιησού Χριστό όμως η χαρά μας είναι πλήρης, διότι Εκείνος είναι η πηγή της χαράς. Όταν με τη θεάρεστη ζωή μας ελκύουμε το Άγιο Πνεύμα, Εκείνο καρποφορεί μέσα μας τη χαρά, τη αληθινή χαρά πού δεν έχει τέλος (βλ. Γαλ. ε΄ 22).

Facebooktwitterpinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *