Ήταν κι αυτός νέος.

Ποιός; Ο Ιωάννης, ο γιος του Σεκούνδου και της Ανθούσας. Όταν μεγάλωσέ και η φήμη του ως δεινού ομιλητή απλώθηκε στην οικουμένη, τον είπαν Χρυσόστομο, χρυσό στόμα, από όπου έβγαινε χρυσός λόγος, ο λόγος του Θεού. Έτσι έμεινε πλέον γνωστός.

Είχε όμως και αυτός ο μέγας άνδρας τα δικά του παιδικά και νεανικά χρόνια, πάνω στα οποία θεμελιώθηκε η κατοπινή πολύπλευρη ζωή και δραστηριότητά του. Οι λιγοστές πληροφορίες που έχουμε λένε πολλά.

Γεννήθηκε στην Αντιόχεια, την πρωτεύουσα της Συρίας, τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Πατέρας του ήταν ο Σεκούνδος, ένας λαμπρός ανώτερος αξιωματικός. Και μητέρα του η Ανθούσα, μια ευγενής νέα από πλούσια και αρχοντική οικογένεια. Μόλις είχαν χαρεί που κρατούσαν στα χέρια τους τον χαριτωμένο γιο τους, κι ο Σεκούνδος έφυγε από τον κόσμο τούτο για τους ουρανούς. Ορφάνεψε ο Ιωάννης, βρέφος ακόμη.

Όμως δίπλα του στάθηκε η ευλογημένη μητέρα του, η Ανθούσα, είκοσι μόλις ετών χήρα. Η Ανθούσα ήταν χριστιανή και η πίστη της στον Ιησού Χριστό την έκανε στιβαρή και σταθερή και γενναία. Έτσι παραμέρισε τις πολλές προτάσεις γάμου που την κύκλωσαν – αφού μάλιστα είχε μεγάλη περιουσία και υψηλή κοινωνική θέση – και αφοσιώθηκε στο μικρό της Ιωάννη. Κι ο Ιωάννης μεγαλώνε ευφραίνοντας με τα ξεχωριστά χαρίσματά του την καρδιά της ηρωίδας μητέρας του.

Ή Αντιόχεια της Συρίας ήταν μια πλούσια πόλη, με σπουδαία πνευματική ζωή και κίνηση, πόλη όμως ειδωλολατρική την εποχή αυτή. Ανάμεσα στους επιφανείς ειδωλολάτρες ήταν κι ο Λιβάνιος, ένας σπουδαίος δάσκαλος της ρητορικής, που διατηρούσε ονομαστή Σχολή. Στη σχολή αυτή φοίτησε, και ο Ιωάννης, αφού επιθυμούσε να σπουδάσει νομικά, όπως πολλοί νέοι της εποχής του. Όταν ο Λιβάνιος πληροφορήθηκε ότι η μητέρα του μαθητή του – σαραντάχρονη περίπου – δεν δημιούργησε νέα οικογένεια τιμώντας τη μνήμη του συζύγου της και αφοσιώθηκε τελείως στην ανατροφή του παιδιού τους, θαύμασε πολύ την αρετή και την δύναμη της γυναίκας, και είπε τους γεμάτος εκτίμηση και θαυμασμό εκείνους λόγους: «Βαβαῖ, οἶαι παρὰ Χριστιανοῖς γυναῖκές εἰσι»: Πω, πω, τι σπουδαίες γυναίκες είναι των Χριστιανών οι γυναίκες!

Παρακολουθούσε ο Ιωάννης τα μαθήματα κοντά στον περίφημο δάσκαλο. Και προόδευε. Ξεχώριζε. Κάποτε του ανέθεσαν να εκφωνήσει λόγο εγκωμιαστικό στους αυτοκράτορες. Και ήταν τόσο χειμαρρώδης και υπέροχος ο λόγος του, ώστε ο Λιβάνιος, μετά τα ασταμάτητα χειροκροτήματα, καλοτύχισε τους βασιλείς που βασιλεύουν σε μια εποχή που η Οικουμένη έχει έναν τέτοιο θησαυρό!

Έβλεπε ο Λιβάνιος τον Ιωάννη να προοδεύει, τον χαιρόταν, έκανε σχέδια… Κάποτε κάποιος φίλος τόν ρώτησε ποιόν θεωρεί άξιο για διάδοχό του στη σχολή, αφού τα χρόνια του περνούσαν. Κι ο Λιβάνιος, είχε έτοιμη την απάντηση: Ἰωάννην, είπε. Αλλά αμέσως σκυθρώπιασε ο ειδωλολάτρης δάσκαλος και συμπλήρωσε πίκρα: εἰ μὴ Χριστιανοὶ ἐσύλησαν: αν δεν τον είχαν αιχμαλωτίσει οι Χριστιανοί.

Όμως τον Ιωάννη δεν τον είχαν αιχμαλωτίσει οι Χριστιανοί. Τον είχε αιχμαλωτίσει ο Χριστός. Όπως είχε αιχμαλωτίσει πιο πριν τον διώκτη του Σαούλ, τον κατόπιν μεγάλο απόστολο Παύλο, που ιδιαίτερα θαυμάζει κι ο Ιωάννης.

Τελείωσαν οι σπουδές με λαμπρές προοπτικές. Μπροστά του τώρα οι επιτυχίες στα δικαστήρια. Μπροστά του και η ζωή του κόσμου, που την έφερναν κοντά οι νεαροί συνάδελφοί του – περίγυρος εντελώς κοσμικός. Και ο Ιωάννης, περίπου εικοσάχρονος, μέσα στους πειρασμούς της νιότης, έχοντας όμως δίπλα του την χριστιανή μητέρα του Ανθούσα, που αγρυπνούσε και λαχταρούσε πιο πολύ απ’ όλα τη σταθερότητα του παιδιού της στην χριστιανική ζωή. Και δεν πήγαν χαμένες οι προσευχές της και οι συμβουλές στις.

Ο Ιωάννης λίγους μόνο μήνες εργάστηκε ως δικηγόρος. Εγκατέλειψε γρήγορα τη δικηγορική, και ας είχε εξαιρετικές επιτυχίες, που τον έκαναν περιζήτητο. Όσες γνώσεις είχε αποκτήσει μέχρι τώρα, όλες θα τις έθετε στη διακονία του λόγου του Θεού. Αναδείχθηκε έτσι σε απαράμιλλο εκκλησιαστικό ρήτορα.

Εμβάθυνε όσο κανείς πριν από αυτόν στα βιβλία της Αγίας Γραφής. Πλούτος γνώσεων, πλούτος επιχειρημάτων, πλούτος εκφραστικών μέσων στα έργα του, με τα οποία σαγηνεύει τον αναγνώστη, τον ποιητή για την αλήθεια, του λύνει απορίες, τον βοηθεί να αγαπήσει τον Κύριο και να ζήσει τη ζωή της πίστεως. Πολύ εύστοχη και πολύ αληθινή η επωνυμία που του αποδόθηκε: Χρυσόστομος.

Μα δεν ήταν απλώς κήρυκας του λόγου του Θεού ο Ιωάννης. Έζησε και σύμφωνα με αυτόν. Έζησε ζώη λιτή, ασκητική, διέθεσε τη μεγάλη του περιουσία σε έργα φιλανθρωπίας, αγωνίστηκε να κρατήσει την χριστιανική πιστή καθαρή από τις αιρέσεις, εργάστηκε για την κοινωνική δικαιοσύνη. Αγωνίστηκε να στερεώσει το χριστιανικό ήθος. Εργάστηκε για την ιεραποστολή στους άλλους λαούς…

Πέθανε στην εξορία, όπου τον έστειλε η αντίδραση των κρατούντων. Μέσα στην κακουχία, στα Κόμανα της Αρμενίας. Τελειώνοντας την επίγεια ζωή του – 14 Σεπτεμβρίου* 407 μ.Χ. – μας άφησε την έξοχη μικρή δοξολογητική ευχή, τόσο αγαπητή στους πιστούς: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἔνεκεν». Κι ήταν αυτή το καταστάλαγμα της ζωής του, από τα πρώτα ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια έως τα τελευταία, τα γεμάτα καρπούς αλλά και θυσίες για τον Χριστό.

Ο ιερός Χρυσόστομος ζει μέσα στην εκκλησία μας και μας καθοδηγεί στη χριστιανική ζωή. Κάθε Κυριακή μάλιστα λατρεύουμε τον Θεό με τη δική του γλώσσα, τις δικές του προσευχές και νιώθουμε να μας μεταδίδει από τον δικό του άγιο πόθο για τον Χριστό.

 

* Λόγω της μεγάλης εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου, η μνήμη του Αγίου εορτάζεται από την Εκκλησία μας στις 13 Νοεμβρίου.

 

Προς τη Νίκη, τεύχος 691