Ευαγγελικό Ανάγνωσμα Ιω. 1-18

1 Ο οὖν  Ἰησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ  Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ,  Ἰούδας Σίμωνος  Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ  Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 9  Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν  Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν  Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν  Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν  Ἰησοῦν. 12 Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται  Ἰησοῦς εἰς  Ἱεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ  Ἰσραήλ. 14 εὑρὼν δὲ ὁ  Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ  Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17  Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.

 

Πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα ξεκίνησε ἀπό τή Βηθανία ὁ Κύριος κι ἐρχόταν μαζί μέ τούς μαθητές Του στά Ἱεροσόλυμα. Ἤδη «ὄχλος πολὺς» εἶχε μαζευτεῖ ἐκεῖ, κι ἀδιάκοπα κατέφθαναν ὅλο καί νέοι προσκυνητές, γιά νά γιορτάσουν τή μεγάλη πατροπαράδοτη ἑορτή τους.

Ὁ Κύριος ἀνάμεσα σ’ αὐτούς πού τώρα πλησίαζαν στήν Ἁγία Πόλη, δέν ἦταν ἄγνωστος. Ἄλλωστε, ἐκεῖνον τόν καιρό εἶχε ἐπιτελέσει καί τό ἀνήκουστο θαῦμα, ν’ἀναστήσει νεκρό τέσσερις μέρες θαμμένο, τό Λάζαρο.Ἦταν ἕνα γεγονός αὐτό, πού συγκίνησε βαθιά τήν κοινή γνώμη. Κι ἐκεῖ στό σπίτι τοῦ Λαζάρου, μάλιστα, στή Βηθανία, εἶχε δειπνήσει τό προηγούμενο βράδυ μέ τούς μαθητές Του.

Ἔτσι δέν εἶναι διόλου παράξενο πῶς, τήν ὥρα πού ὁ Κύριος ἔφθανε «πρὸς τῇ καταβάσει τοῦ ὄρους τῶν ἐλαιῶν» (Λουκ. ιθ΄ 37), δηλαδή ἐκεῖ πού τελείωνε ὁ κατήφορος κι ἄρχιζε πέρα ἀπ’ τό χείμαρρο τῶν Κέδρων ἡ εἴσοδος γιά τήν πόλη, ἕνας ἱερός ἐνθουσιασμός κυρίεψε ξαφνικά τίς καρδιές ὅλων. Στήν Ἁγία Πόλη, τήν Πόλη τοῦ Δαβίδ, μέρες ἐπίσημες, ἔμπαινε ὁ Προφήτης τους. Ὁ Μεσσίας!

Δέν ἦταν μικρό πράγμα. Λές νά ἔφτασε πιά ἡ ὥρα νά φύγουν οἱ Ρωμαῖοι; Νά ξαναζήσει τό θεοκρατικό Βασίλειό τους; Ἀναγάλλιασαν, πῆραν φωτιά οἱ ψυχές. Ξέσπασαν σέ ἀσυγκράτητο παραλήρημα ἐνθουσιασμοῦ. «Ὁ πλεῖστος ὄχλος» αὐθόρμητα, ζωηρά «ἔστρωσαν ἑαυτῶν τὰ ἱμάτια ἐν τῇ ὁδῷ» (Ματθ. κα΄ 8), γιά νά περάσει Ἐκεῖνος! Ἄλλοι ἔκοβαν ἀπό τά δέντρα «στοιβάδες» (Μάρκ. ια΄ 8), κλαδιά μέ πλούσιο φύλλωμα, καί τά ἔστρωναν κι αὐτά στό δρόμο. Καί συνάμα φώναζαν ὅλοι μυριόστομη ἰαχή: «Ὡσαννά»! «Θεέ, μου! Ζήτω!» Ἄς εἶναι «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»! «Ὡσαννά»!

Μιά θριαμβευτική πομπή σχηματίστηκε ἔτσι ἁπλά καί αὐθόρμητα. Στό κέντρο της βρισκόταν ὁ Χριστός μας «καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου». Ἄλλοι «προάγοντες» πήγαιναν μπροστά, ν’ ἀνοίγουν δρόμο, κι ἄλλοι ἀκολουθοῦσαν ἀπό πίσω (Ματθ. κα΄ 9). Κι ὅλοι ἔσειαν τίς κλάρες καί φώναζαν: «Ὡσαννά»! Ὁ ἐνθουσιασμός αὐτός δέν ἄργησε νά μεταδοθεῖ καί σέ ὅσους βρίσκονταν μέσα στήν πόλη. Ἄκουσαν τίς φωνές, ἔμαθαν ὅτι ὁ Κύριος μπαίνει στά Ἱεροσόλυμα, ἐνθουσιάστηκαν κι αὐτοί. Ἄδραξαν κι αὐτοί «βαΐα φοινίκων» καί ἔτρεξαν μέ λαχτάρα στήν εἴσοδο τῆς πόλεως «εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ». Ἐκεῖ, συνεπαρμένοι ἀπό τή γενική χαρά ἕνωσαν τίς φωνές κι αὐτοί μέ ρίγη συγκινήσεως στόν ἱερό ἀλαλαγμό: «Ὡσαννά»!

Ἦταν ἀδύνατο νά συγκρατηθεῖ πιά ἐκεῖνος ὁ λαός. Ὁ ἐνθουσιασμός τους σάν ὁρμητική φωτιά ὅλο κι ἁπλωνόταν, φούντωνε καί λαμπάδιαζε, καί γινόταν ὁλόψυχη ζητωκραυγή, ὁμολογία πίστεως καί ἀγάπης στόν «βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ», παιάνας νίκης γιά τήν «ἐρχομένη βασιλεία» Του (Μάρκ. ια΄ 10). Πόσο ὡραῖο τό φαινόμενο αὐτό τοῦ ἐνθουσιασμοῦ! Τί συγκινητική ἡ σκηνή! Ἔξαρση καί ἔκφραση τῶν πιό εὐγενικῶν αἰσθημάτων τοῦ ἀνθρώπου. Ἐνθουσιασμός! Ζηλευτό χαρακτηριστικό προνόμιο τῶν νέων. Αὐθόρμητο καί φυσικό ἀπάνθισμα τῶν ἁγνῶν χριστιανικῶν ψυχῶν. Πνοή ἀναζωογονήσεως τῶν ἰδανικῶν μέσα στήν κοινωνία. Βίωμα, μήνυμα γιά ἀγώνα καί αἰσιοδοξία. Ἐνθουσιασμός!

Ὅμως – μήν τό ξεχνοῦμε – χρειάζεται περιποίηση τό ἐκλεκτό αὐτό λουλούδι. Ἔχει ἀνάγκη ἀπό καλλιέργεια, γιά νά αὐξηθεῖ σέ γνησιότητα καί σέ σταθερότητα. Θέλει γερές ρίζες πίστεως συνειδητῆς. Ζητάει ζωή σταθεροῦ ἀγώνα, συνεπή, χωρίς παλινδρομήσεις καί μεταπτώσεις. Θέλει ἐξάσκηση καί ἐνίσχυση μπροστά σέ δυσκολίες, ὅπου ὁ ἐνθουσιασμός θά ξεπεράσει τό συναίσθη-μα καί θά καλύψει θέληση, νοῦ, ὅλες τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς,καί θά μᾶς ἀναδείξει σταθερά ἀφοσιωμένους στόν Χριστό πού ἀγαποῦμε. Μήν καταλήξουμε σάν τό λαό τῆς Ἱερουσαλήμ, πού μετά τέσσερις μόνο μέρες πάγωσε στή σιωπή, ἐνῶ πολλοί ἀπ’ἀνάμεσά τους δέ δίστασαν νά φωνάξουν – τί φοβερό – ἀντί «ὡσαννά», «ἆρον, ἆρον» καί «οὐά»!

Μάλιστα τά βαγιόκλαρα αὐτά πού ἡ Ἐκκλησία σήμερα μᾶς ἔβαλε στό χέρι, τοῦτο ἀκριβῶς συμβολίζουν καί μᾶς ὑπενθυμίζουν. Νά κρατήσουμε ἀμείωτο τόν ἐνθουσιασμόμας. Στίς εἰρωνεῖες, στίς καθημερινές δυσκολίες, στούς πειρασμούς. Νά μάθουμε νά σείουμε νοερά πάντοτε τά σύμβολα αὐτά τῆς νίκης καί νά διαλύουμε σάν ἄλλους ἱστούς ἀράχνης τίς ἀθυμίες, τίς δειλίες καί ἀποθαρρύνσεις, πού κάποτε πᾶνε νά μᾶς τυλίξουν.

«Ὡσαννά»! νά ἐπαναλαμβάνουμε. «Ἡ ἐρχομένη βασιλεία» τοῦ Κυρίου μας εἶναι ἡ μόνη εὐλογημένη, ἡ μόνη πού θά φέρει στίς ψυχές λύτρωση καί εἰρήνη, ἡ μόνη ἀληθινή. Αὐτήν πιστεύουμε. Αὐτήν ὁμολογοῦμε. Ὡσαννά! Σ’ αὐτήν παντοτινά, πιστά «στρατευόμεθα».

Καί μήν ξεχνοῦμε ὅτι ὅσοι κρατήσουν ζωντανό, σωστό τόν ἐνθουσιασμό τους, πάλι μέ βαΐα φοινίκων στά χέρια (Ἀποκ. ζ΄ 9-10) θ’ ἀνυμνολογήσουν κάποτε τό Νικητή καί θά ψάλουν, μαζί μέ τούς ἀγγέλους πιά, γλυκοτόνιστο, ἀκατάπαυστο καί αἰώνιο τό τελικό θριαμβικό «ὡσαννά»!