Πώς μπορούμε να φέρουμε κάποιον κοντά στον Χριστό;

Ερώτηση που λάβαμε:

Πως μπορούμε να <<φέρουμε>> κάποιον άνθρωπο κοντά στον Θεό που είναι ορθόδοξος αλλά <<χλιαρός>> στην πίστη και δεν συμμετέχει στα μυστήρια της εκκλησίας ;

Η απάντηση της ιστοσελίδας μας:

Ας δούμε, αρχικά, αν όπως λες μπορούμε να «φέρουμε» (πολύ εύστοχή η χρήση των εισαγωγικών) κάποιον άνθρωπο κοντά στον Θεό και με ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσαμε ίσως να επιχειρήσουμε κάτι τέτοιο.

Στην αρχή του ιεραποστολικού του έργου ο Κύριός μας, καθώς διαλέγει τους μαθητές Του, τους λέει κάτι που ακούγεται αρκετά παράδοξο.  Τί τους λέει; «Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιῆσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. δ΄19). Δηλαδή «ακολουθήστε με και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων». Για ποια αλιεία μιλάει εδώ ο Ιησούς Χριστός; Νομίζω πως είναι πολύ σχετική με αυτό που ρωτάς. Θα «ψαρεύετε» ανθρώπους, δηλαδή θα τους ελκύετε προς τον Χριστό – ή κατά μια άλλη ερμηνεία στην βασιλεία των Ουρανών. Επομένως είναι πολύ εύλογη η απορία αυτή και μάλιστα όπως είδαμε ο ίδιος ο Κύριος προτρέπει τους μαθητές Του, διαχρονικά, να κάνουν κάτι τέτοιο.

Μας αποκαλύπτει όμως και την πρώτη και βασικότερη προϋπόθεση για μια τέτοια αποστολή. Ποιά είναι αυτή; Το «δεῦτε ὁπίσω μου». Να λοιπόν, για να μπορέσουμε και εμείς να γίνουμε «αλιείς ανθρώπων» πρέπει πρώτα εμείς οι ίδιοι να είμαστε πιστοί ακόλουθοι – μαθητές – του Χριστού. Τί σημαίνει αυτό πρακτικά; Ότι Τον αποδεχόμαστε και Τον αναγνωρίζουμε ως «Κύριό μας και Θεό μας» (Ιωαν. κ΄ 28), ότι αγωνιζόμαστε να Τον αγαπήσουμε βαθύτερα και πιο ουσιαστικά και γενικά προσπαθούμε να κάνουμε πράξη τις άγιες εντολές και το υπερτέλειο παράδειγμα που μας δίδαξε ο ίδιος με την ενανθρώπησή Του. Να αναρωτηθούμε, λοιπόν, πρώτα εμείς οι ίδιοι: Πόσο κοντά είμαστε στον Θεό;…

Αν ανακαλύψουμε πως έχουμε ή τουλάχιστον προσπαθούμε να έχουμε αληθινή σχέση και αγάπη για τον Κύριο, τότε είναι απόλυτα φυσιολογικό να μας απασχολεί ή ίσως ακόμη και να «αγωνιούμε» κάποιες φορές, για το πως αυτή την μεγάλη Αλήθεια και αυτό το πανέμορφο βίωμα και την χαρά που ζούμε εμείς θα μπορέσουμε να τα «προσφέρουμε» και στους συνανθρώπους μας ώστε να έχουν και αυτοί την ευκαιρία να βιώσουν παρόμοιες καταστάσεις.

Κάτι παραπλήσιο συνέβη και με τους δύο μαθητές του Χριστού. Πρώτος ο Ανδρέας μόλις πείσθηκε ότι αυτός που του υπόδειξε ο πρώην δάσκαλός του Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας, σκίρτησε από χαρά και άναψε τέτοιος ζήλος στην ψυχή του που τον έκανε να τρέξει αμέσως και να πάει, πού αλλού παρά στον αδελφό του για να του αναγγείλει το χαρμόσυνο μήνυμα. «Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» (Ιωαν. α΄ 42). Και δεν έμεινε μόνο εκεί, αλλά παρότι είχε αρχίσει να νυχτώνει «ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν», θα μπορούσαμε να πούμε δηλαδή, ότι τον πήρε σαν από το χέρι και τον έφερε στον Χριστό.

Αλλά και ένας άλλος μαθητής, ο Φίλιππος αφού ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Χριστού να Τον ακολουθήσει και Τον πίστεψε ως Μεσσία, πάει και βρίσκει τον φίλο του τον Ναθαναήλ και του λέει ότι «ὅν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ, καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν» (Ιωαν. α΄ 46), δηλαδή παρόμοια με αυτά που είπε και ο Ανδρέας στον αδερφό του τον Πέτρο. Όμως εδώ συνέβη κάτι διαφορετικό. Ο Ναθαναήλ διατηρεί κάποιες επιφυλάξεις για τον αν πραγματικά ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας. Και πως αντιδρά ο Φίλιππος σε αυτό; Του λέει: «ἔρχου καὶ ἴδε». Τον προτρέπει δηλαδή να έρθει και να γνωρίσει τον Χριστό από μόνος του.

Να και εδώ πως μπορούμε από το παράδειγμα των ίδιων των μαθητών να διδαχθούμε για το πώς μπορούμε να ενεργούμε ιεραποστολικά: Με διάκριση και ανάλογα με την περίπτωση. Ο Πέτρος ήταν αδερφός του Ανδρέα, ενώ ο Ναθαναήλ ήταν φίλος με τον Φίλιππο. Με σεβασμό, λοιπόν, και αγάπη αλλά και με θάρρος και ζωντάνια ας προσκαλούμε τους οικείους και τους φίλους μας στην Εκκλησία και στον Χριστό. Μην ξεχάσουμε όμως ότι πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι και για αντίδραση ή διαφωνία από ορισμένους. Μπορεί κάποιοι να διατηρούν επιφυλάξεις ή να μας απορρίψουν και να μας ειρωνευτούν. Τότε τι κάνουμε;

Σε κάθε περίπτωση να προσευχόμαστε θερμά για όλους ώστε να μπορέσουν και αυτοί να γνωρίσουν και να συνδεθούν με τον Χριστό. Κάποιες φορές μπορούμε να μιλάμε για την ανάπαυση και τη χαρά που βρήκαμε εμείς κοντά στο Χριστό και για τις ευλογίες που απολαμβάνουμε μέσα στην Εκκλησία Του. Αλλά προ παντός να τους δίνουμε παράδειγμα με την συνεπή χριστιανική ζωή μας. Τότε δεν χρειάζονται λόγια… Αρκεί η σιωπή που όμως κρύβει μέσα της μιας τεράστια δυναμική!

Και για να κλείσουμε με την απορία σου, ας έρθουμε τώρα στο θέμα της «χλιαρότητας, χρησιμοποιώντας ένα φαινόμενο της Φυσικής. Ας υποθέσουμε λοιπόν πως όπως λες ο άλλος άνθρωπος είναι ένας «χλιαρός» Ορθόδοξος Χριστιανός και ότι εμείς -σε κάποιο βαθμό – είμαστε «θερμοί». Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Το είπαμε παραπάνω. Αγαπάμε το Χριστό, αγωνιζόμαστε, έχουμε μυστηριακή ζωή, κ.λπ.

Τί συμβαίνει σε περίπτωση που ένα «θερμό» σώμα έρθει σε επαφή με ένα «ψυχρό» ή αν θες με ένα σώμα διαφορετικής θερμοκρασίας. Μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα αποκαθίσταται «θερμική ισορροπία», δηλαδή τα σώματα αποκτούν την ίδια θερμοκρασία (η οποία έχει τιμή ενδιάμεση των δύο άλλων θερμοκρασιών).

Αυτό συμβαίνει στον «φυσικό» κόσμο. Το αναφέρουμε όμως για να υπογραμμίσουμε πόσο πρέπει να προσέχουμε για να μη συμβεί και στην περίπτωση που πλησιάσουμε κάποιον «χλιαρό» για να τον «θερμάνουμε» και τελικά επηρεαστούμε και εμείς αρνητικά. Ας προσευχόμαστε να μας φωτίζει ο Θεός πώς να ενεργούμε και ας ζητούμε τη συμβουλή του πνευματικού μας σε κάθε περίπτωση.

Facebooktwitterpinterestmail

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.