Γιατί δεν νιώθουμε την αμαρτωλότητά μας;

Ερώτηση που λάβαμε:

Συχνά οι άνθρωποι τόσο έξω αλλά δυστυχώς όσο και στους κόλπους της εκκλησίας, αν και προσέχουμε τη γενικότερη συμπεριφορά μας δεν κατορθώνουμε να νιώσουμε την αμαρτωλότητά μας. Ή όταν τα καταφέρνουμε έπειτα ξαναγυρνάμε στην αμαρτωλή κατάσταση αυτή. Τι λύση προτείνετε για το ζήτημα αυτό;

Η απάντηση της ιστοσελίδας μας:

Ο άνθρωπος είναι ένας έκπτωτος βασιλιάς. Δεν μπορεί εύκολα να ξεχάσει το παλιό βασιλικό μεγαλείο του. Η πρώτη – αρχική – ευγενική καταγωγή  και κατάσταση, η ονομαζόμενη αρχέγονη δικαιοσύνη, παραμένει μέσα του ως μια νοσταλγία κι ένας μαγνήτης που τον τραβάει προς τη δόξα και την ακεραιότητα. Κάθε ρωγμή που του υπενθυμίζει την  πτώση του και τον χαμένο παράδεισο είναι μια οδυνηρή εμπειρία που προσπαθεί να την αποφύγει.

Η αμαρτία λοιπόν είναι για όλους μας μια οδυνηρή εμπειρία που επιδιώκουμε όχι μόνο να αποφύγουμε, αλλά και να απωθήσουμε και να ξεχάσουμε. Είναι κάτι το ενοχλητικό. Θέλει ηρωϊσμό και ψυχική γενναιότητα η παραδοχή του σφάλματός μας. Δεν την έχουμε όλοι. Έτσι ή απωθούμε αναμνήσεις και τύψεις ή επικαλούμαστε ιδεολογίες και θεολογίες περί του κακού και της αμαρτίας ώστε να βγάλουμε «λάδι», να δικαιολογήσουμε, δηλαδή στην ουσία να αμνηστεύσουμε τον εαυτό μας.

Η όλη αυτή διαδικασία συγκάλυψης και αποδυνάμωσης των πράξεών μας όμως δεν επιτυγχάνεται απόλυτα και ολοκληρωτικά. Αφήνει κενά και διαρροές. Μάλιστα γεννά συν τω χρόνω ένα επίθεμα και μια σκληρότητα, μια συνήθεια απόκρουσης των εσωτερικών φωνών ώστε ο άνθρωπος να γίνεται όλο και πιο αναίσθητος στις επόμενες αμαρτίες και παραβάσεις του.

Ο κατήφορος τώρα είναι πιο εύκολος. Η επόμενη αμαρτία γίνεται ασφαλώς και με μεγαλύτερη ευκολία και ταχύτητα. Αυξάνεται σε ποιότητα και ποσότητα. Όλο και λιγότερο αντιδρά η συνείδηση. Η δειλία να αντιμετωπίσουμε το θέμα ηρωϊκά και «σπαρτιατικά» από την πρώτη στιγμή, θάλπει και ζεσταίνει «το αυγό του φιδιού» μέσα μας.

Έτσι η αυτοκριτική εγκαταλείπεται, η αυτογνωσία περιορίζεται, η αυτομεμψία αφανίζεται, η μετάνοια γίνεται ένα άπιαστο όνειρο, η εξομολόγηση αναβάλλεται επ΄ αόριστον και θριαμβεύει η δικαιολογία και οι «προφάσεις εν αμαρτίαις» για τα έργα μας και τα λόγια μας.

Αυτό δεν σημαίνει ασφαλώς ότι απουσιάζουν οι γενναίες και άγιες ψυχές, οι οποίες δεν επαναπαύονται σε πνευματικές «ασπιρίνες» και θρησκευτικά «παυσίπονα». Οι άγιοι αυτοί άνθρωποι κάνουν βαθιά τομή και «εγχείριση ανοιχτής καρδίας», εκθέτουν τον εαυτό τους ενώπιον του Θεού και του πνευματικού και αναλαμβάνουν διά βίου τιτάνιο αγώνα ώστε να μη ξαναλυπήσουν το Άγιο Πνεύμα και να μη ξανασταυρώσουν τον Κύριο της δόξης με τις πράξεις τους. Αυτό είναι και το περιεχόμενο της αληθινής μετάνοιας: λύπη στην καρδιά, ειλικρίνεια στο στόμα και διόρθωση στο βίο.

Η παραδοχή της πραγματικότητας αυτής μας δίδει αφορμή να εννοήσουμε ότι θέλει πνευματικό αγώνα και εγρήγορση συνειδήσεως από μέρους μας  ώστε να μη ξανακυλήσουμε στην αμαρτία, αλλά να προοδεύσουμε με τη βοήθεια του Θεού στην αρετή.

Χρειάζεται λοιπόν βαθιά μετάνοια, συχνή εξομολόγηση, μελέτη της Αγ. Γραφής και πνευματικών βιβλίων, εμβάθυνση στη μετάνοια των αγίων. Όσο περισσότερο καθαρίζουμε την ψυχή μας με αυτά τα μέσα τόσο καλύτερα βλέπουμε στο βάθος και αντιλαμβανόμαστε πτώσεις και μεταβολές, αναβάσεις και προόδους. Διαφορετικά ζούμε στον κόσμο μας…

Αν δεν γίνει αυτός ο αγώνας, υπάρχει κίνδυνος να βουλιάξουμε σε μια αμετανοησία, να θολώσει τελείως το κάτοπτρο της ψυχής μας, μιας και «τα πάθη είναι φιλεπίστροφα» και ο διάβολος δεν έχει παύσεις και ανακωχές στον πόλεμό του εναντίον μας. Συνεχίζει να επιτίθεται στις γνωστές, αδυναμίες μας ανάλογα και με τα δικαιώματα που έχει σε βάρος μας.

Σε μια τέτοια περίπτωση εδραιώνεται μέσα στον άνθρωπο η εσφαλμένη πεποίθηση ότι δεν γίνεται τίποτε, απελπίζεται και εγκαταλείπει κάθε προσπάθεια. Ξεμακραίνει από όλη αυτή την εσωτερική διεργασία της μετάνοιας και δεν πλησιάζει στα Μυστήρια. Μπορεί να συμβεί και το άλλο: να αποκτήσει άτοπη πεποίθηση στο θείο έλεος και να αναβάλλει για το απώτερο μέλλον την τακτοποίησή του, με την αυταπάτη ότι έχει χρόνο πολύ και ο Θεός θα τον περιμένει για πάντα. Αυτό όμως θα είναι μια τραγωδία.

Μέσα στην ιστορία της Πίστεως οι άνθρωποι που πραγματικά μετανόησαν και έδειξαν συναίσθηση και πόνο ψυχής για τις πράξεις τους, ήταν αυτοί που άκουσαν λόγο Θεού, όπως οι Νινευίτες από τον προφήτη Ιωνά, όπως ο Δαβίδ από τον προφήτη Νάθαν και οι σταυρωτές του Χριστού από τον απόστολο Πέτρο. Ο λόγος του Θεού είναι εκείνος που ανοίγει τα μάτια της ψυχής μας και βλέπουμε πόσο κακή είναι η αμαρτία και πόσο Καλός ο Θεός που μας περιμένει και ελεεί.

Το συμπέρασμα είναι να μη εφησυχάζουμε ούτε να απελπιζόμαστε, αλλά να καταφεύγουμε διαρκώς στο επαναλαμβανόμενο και φιλάνθρωπο Μυστήριο της Μετανοίας και Εξομολογήσεως, για να χτίσουμε μια μετάνοια διαρκείας.

Τέλος, αξίζει να υπογραμμιστεί ότι η συναίσθηση της αμαρτωλότητας, το «γνώθι σαυτόν», είναι θείο δώρο. Αρχικά, είναι δώρο της χάριτος του Θεού. Το Άγιο Πνεύμα κινεί εντός μας τη μετάνοια. Το Άγιο Πνεύμα μας φωτίζει, μας ανοίγει τα μάτια της ψυχής και μας καλλιεργεί λεπτή και φωτισμένη συνείδηση.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestmail

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.