Κυριακή 15 Νοεμβρίου (Η Παραβολή του Καλού Σαμαρείτη)

Εὐαγγέλιον: Κυρ. η΄ Λουκᾶ (Λκ. ι΄ 25-37)

25 Καὶ ἰδοὺ νομικός τις ἀνέ­στη ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονο­μή­σω; 26 ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; 27 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύ­ος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς δια­νοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. 28 εἶπε δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀ­­­πε­κρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζή­­­σῃ. 29 ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑ­­­­αυτὸν εἶπε πρὸς τὸν Ἰη­σοῦν· καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; 30 ὑπολαβὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἱεριχώ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέν­τες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. 31 κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱε­ρεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁ­­­­δῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. 32 ὁμοίως δὲ καὶ Λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον,­ ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντι­παρῆλ­θε. 33 Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύ­ων ἦλθε κατ᾿ αὐτόν, καὶ ἰ­­­δὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη, 34 καὶ προσελθὼν κατέδη­σε­ τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐ­πι­­χέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπι­­βιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴ­­­­διον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν­ εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμε­λήθη αὐτοῦ· 35 καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελ­θών, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶ­πεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐ­τοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσδαπα­νήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρ­χεσθαί με ἀποδώσω σοι. 36 τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς; 37 ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾿ αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

25 Ἐκεῖ πού κάθονταν, ἰδού, σηκώθηκε κάποιος νομο­δι­δάσκαλος γιά νά δοκιμάσει τόν Χριστό καί νά ἀπο­δείξει ὅτι δέν γνώριζε τό νόμο, καί τοῦ εἶπε: Διδά­σκαλε, ποιό ἔργο ἀρετῆς ἤ ποιά θυσία πρέπει νά κάνω γιά νά κληρονομήσω τή μακάρια καί αἰώνια ζωή; 26 Καί ὁ Κύριος τοῦ εἶπε: Στό νόμο τί ἔχει γραφεῖ; Ἐσύ πού σπουδάζεις καί ἐρευνᾶς τό νόμο, τί διαβάζεις ἐκεῖ γιά τό ζήτημα αὐτό; Καί πῶς τό ἀντιλαμβάνεσαι; 27 Ὁ νομικός τότε τοῦ ἀποκρίθηκε: Στό νόμο εἶναι γραμμένο τό ἑξῆς: Νά ἀγαπᾶς τόν Κύριο καί Θεό σου μέ ὅλη σου τήν καρδιά, ὥστε σ’ αὐτόν νά εἶσαι ὁλοκληρωτικά παραδομένος, μέ ὅλα τά βάθη τῆς ἐσωτερικῆς καί πνευματικῆς ὑπάρξεώς σου· καί μέ ὅλη σου τήν ψυχή, ὥστε αὐτόν νά ποθεῖς μέ ὅλο τό συναίσθημά σου· καί μέ ὅλη τή θέληση καί τή δύναμή σου, ὥστε κάθε τι πού θά κάνεις νά εἶναι σύμφωνο μέ τό θέλημά του. Καί μέ ὅλη σου τή δύναμη καί μέ δραστηριότητα ἀκούραστη νά ἐργάζεσαι γιά τήν ἐφαρμογή τοῦ θε­λή­μα­τός του. Νά τόν ἀγαπᾶς καί μέ τό νοῦ σου ὁλόκληρο, ὥστε αὐτόν πάντοτε νά σκέφτεσαι. Νά ἀγα­πᾶς ἐπίσης καί τόν πλησίον σου, τό συνάνθρωπό σου, ὅσο καί ὅπως ἀγαπᾶς τόν ἑαυτό σου. 28 Τοῦ εἶπε τότε ὁ Κύριος: Σωστή ἀπάντηση ἔδωσες. Νά κάνεις πάντοτε αὐ­τό πού εἶπες, καί θά κλη­ρο­νο­μή­σεις τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί θά ζήσεις σ’ αὐ­τή. 29 Ὁ νομοδιδάσκαλος ὅμως θέλοντας νά δικαιολογήσει τόν ἑαυτό του, ἐπειδή, ὅπως ἀποδείχθηκε, ἔθεσε στόν Ἰησοῦ ἕνα ἐρώτημα πάνω στό ὁποῖο τοῦ ἦταν γνωστή ἡ ἀπάντηση, εἶπε στόν Ἰησοῦ: Καί ποιόν πρέπει νά θεωρῶ «πλησίον» μου σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή; 30 Τότε ὁ Ἰησοῦς μέ τήν ἀφορμή αὐτή πῆρε τό λόγο καί εἶπε: Κάποιος ἄνθρωπος κατέβαινε ἀπό τά Ἱεροσόλυμα στήν Ἱεριχώ κι ἔπεσε σέ ἐνέδρα ληστῶν. Αὐτοί δέν ἀρκέ­στη­καν μόνο νά τοῦ πάρουν τά χρήματά του, ἀλλά καί τόν ἔγδυσαν, τόν τραυμάτισαν, τόν γέμισαν μέ πληγές καί ἔφυγαν, ἀφοῦ τόν ἄφησαν μισοπεθαμένο. 31 Κατά σύμπτωση τότε κατέβαινε στό δρόμο ἐκεῖνο κά­ποιος ἱερεύς, κι ἐνῶ τόν εἶδε, τόν προσπέρασε ἀπό τό ἀπέ­να­ν­τι μέρος τοῦ δρόμου χωρίς νά τοῦ δώσει σημασία ἤ κάποια βοήθεια. 32 Τό ἴδιο καί κάποιος Λευΐτης πού περνοῦσε ἀπό τό μέρος ἐκεῖνο, ἐνῶ πλησίασε καί εἶδε τόν πληγωμένο, ἀπομακρύνθηκε ἀμέσως καί τόν προσπέρασε κι αὐτός ἀπό τό ἀπέναντι μέρος τοῦ δρόμου. 33 Ἕνας Σαμαρείτης ὅμως πού περνοῦσε ἀπό τό δρόμο ἐκεῖνο, ἦλθε στό μέρος ὅπου ἦταν ξαπλωμένος, καί ὅταν τόν εἶδε τόν σπλαχνίστηκε καί τόν πόνεσε. 34 Τόν πλησίασε τότε καί τοῦ ἔδεσε μέ ἐπιδέσμους τά τραύματά του, ἀφοῦ προηγουμένως τά ἔπλυνε καί τά ἄλειψε μέ λάδι καί μέ κρασί. Κι ἔπειτα τόν ἀνέβασε στό ζῶο του, τόν πῆγε σέ κάποιο πανδοχεῖο καί τόν περιποιήθηκε, διακόπτοντας ἔτσι τό ταξίδι του. 35 Τήν ἄλλη μέρα τό πρωί, φεύγοντας ἀπό τό πανδο­χεῖο πού εἶχε διανυκτερεύσει, ἔβγαλε δύο δηνάρια, τά ἔδωσε στόν ξενοδόχο καί τοῦ εἶπε: Περιποιήσου τον γιά νά γίνει καλά. Καί ὅ,τι παραπάνω ξοδέψεις, ἐγώ κα­θώς θά ἐπιστρέφω στήν πατρίδα μου καί θά ξαναπε­ράσω ἀπό ἐδῶ, θά σοῦ τά πληρώσω. 36 Λοιπόν, ρώτησε συμπερασματικά ὁ Ἰησοῦς, ποιός ἀπό τούς τρεῖς αὐτούς σοῦ φαίνεται ὅτι ἔκανε τό κα­θῆκον του πρός τό συνάνθρωπο καί ἀποδείχθηκε στήν πρά­ξη «πλησίον» καί ἀδελφός ἐκείνου πού ἔπεσε στά χέ­ρια τῶν ληστῶν; 37 Κι αὐτός εἶπε: «Πλησίον» του ἀποδείχθηκε αὐτός πού τόν σπλαχνίστηκε καί τόν ἐλέησε. Τοῦ εἶπε λοιπόν ὁ Ἰησοῦς: Πήγαινε καί κάνε κι ἐσύ τό ἴδιο. Δεῖχνε δηλαδή συμπάθεια σέ κάθε ἄνθρωπο πού πάσχει, χωρίς νά ἐξετάζεις ἄν αὐτός εἶναι συγγενής σου ἤ συμπατριώτης σου, καί χωρίς νά λογαριάζεις τίς θυσίες καί τούς κόπους καί τίς δαπάνες πού θά ὑποστεῖς γιά νά βοηθήσεις καί νά συντρέξεις αὐτόν πού πάσχει, ἔστω κι ἄν αὐτός εἶναι ἐχθρός σου. Ἔτσι κι ὁ Χριστός, πού οἱ ἐχθροί του τόν ἔβριζαν «Σαμαρείτη», στήν καταπληγωμένη καί μισοπεθαμένη ἀπό τίς ἁμαρτίες ἀνθρωπότητα ἔγινε ὁ καλός καί ἀγαθός Σαμαρείτης. Καί γιά νά τήν θεραπεύσει ἀπ’ τίς πληγές της, ὄχι μόνο ὑπέστη κόπους, ἀλλά ὑποβλήθηκε καί σέ θάνατο σταυρικό.

Facebooktwitterpinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *