Σάββατο 24 Οκτωβρίου

Εὐαγγέλιον: ἡμέρας, Σαβ. ε΄ ἑβδ. Λουκᾶ (Λκ. ζ΄ 1-10)

Ἐπεὶ δὲ ἐπλήρωσε πάντα τὰ ρήματα αὐτοῦ εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ λαοῦ, εἰσ­ῆλθεν εἰς Καπερναούμ. 2 Ἑκατοντάρχου δέ τινος δοῦλος κακῶς ἔχων ἤμελλε τελευτᾶν, ὃς ἦν αὐτῷ ἔν­τιμος. 3 ἀκούσας δὲ περὶ τοῦ Ἰη­­σοῦ ἀπέστειλε πρὸς αὐ­τὸν πρεσβυτέρους τῶν Ἰ­ουδαί­ων ἐρωτῶν αὐτὸν ὅπως ἐλθὼν διασώσῃ τὸν δοῦ­λον αὐτοῦ. 4 οἱ δὲ παραγενόμενοι πρὸς τὸν Ἰησοῦν παρεκάλουν αὐτὸν σπουδαίως, λέ­γοντες ὅτι ἄξιός ἐστιν ᾧ παρέξει τοῦτο. 5 ἀγαπᾷ γὰρ τὸ ἔθνος ἡ­­μῶν, καὶ τὴν συναγωγὴν αὐτὸς ᾠκοδόμησεν ἡμῖν. 6 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐπορεύετο σὺν αὐτοῖς. ἤδη δὲ αὐτοῦ οὐ μακρὰν ἀπέχοντος ἀπὸ τῆς οἰκίας ἔπεμψε πρὸς αὐτὸν ὁ ἑκατόνταρχος φίλους λέγων αὐτῷ· Κύριε, μὴ σκύλλου· οὐ γάρ εἰμι ἱ­­­­κανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην μου εἰσέλθῃς· 7 διὸ οὐδὲ ἐμαυτὸν ἠξίωσα πρός σε ἐλθεῖν· ἀλλ᾿ εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. 8 καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν τασσόμενος, ἔχων ὑπ᾿ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τού­τῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. 9 ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασεν αὐτόν, καὶ στραφεὶς τῷ ἀκολουθοῦντι αὐτῷ ὄχλῳ εἶπε· λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. 10 καὶ ὑποστρέψαντες οἱ πεμφθέντες εἰς τὸν οἶκον εὗρον τὸν ἀσθενοῦντα δοῦ­λον ὑγιαίνοντα.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

Ὅταν ὁ Ἰησοῦς τελείωσε ὅλη αὐτή τή διδασκαλία του καί γέμισε μ’ αὐτήν τίς ἀκοές τοῦ λαοῦ, ἦλθε ἀπό τό πεδινό μέρος πού ἦταν, στήν Καπερναούμ. 2 Στό μεταξύ ὁ δοῦλος κάποιου ἑκατόνταρχου ἦταν πο­λύ ἄρρωστος καί κινδύνευε νά πεθάνει. Καί ὁ δοῦλος αὐ­τός ἦταν ἀγαπητός στόν ἑκατόνταρχο γιά τήν πίστη καί τήν ὑπακοή πού τοῦ ἔδειχνε. 3 Ὅταν λοιπόν ὁ ἑκατόνταρχος αὐτός ἄκουσε γιά τόν Ἰησοῦ ὅτι ἦλθε στήν Κα­­περναούμ, τοῦ ἔστειλε μερικούς πρεσβυτέρους τῶν Ἰου­δαίων καί τόν παρακαλοῦσε νά ἔλθει καί νά σώσει τό δοῦλο του ἀπό τόν ἔσχατο κίνδυνο. 4 Κι αὐτοί ἦλθαν στόν Ἰησοῦ καί τόν θερμοπαρακαλοῦ­σαν μέ ἐπιμονή λέγοντας ὅτι ἀξίζει νά τοῦ κάνει τή χάρη αὐ­τή πού ζητᾶ, 5 διότι, ἔλεγαν, ὁ ἑκατόνταρχος αὐτός ἀγαπᾶ τό ἔθνος μας, καί τή συναγωγή μᾶς τήν ἔκτισε ὁ ἴδιος μέ δικά του χρήματα. 6 Πράγματι λοιπόν ὁ Ἰησοῦς ἄρχισε νά προχωρᾶ μαζί τους πρός τό σπίτι τοῦ ἑκατοντάρχου. Λίγο ὅμως πρίν φθάσουν στό σπίτι, ὅταν πλέον ἦταν πολύ κοντά, ἔστει­λε ὁ ἑκατόνταρχος κάποιους φίλους του καί τοῦ εἶπε: Κύριε, μήν ταλαιπωρεῖσαι καί μήν μπαί­νεις σέ μεγαλύτερο κόπο νά ἔλθεις στό σπίτι μου. Διότι δέν εἶμαι ἄξιος νά μπεῖς κάτω ἀπό τή στέγη μου. 7 Γι’ αὐτό ἐξάλλου καί δέν ἔκρινα τόν ἑαυτό μου ἄξιο νά ἔλθω αὐτοπροσώπως σέ σένα. Ἀλλά πές μ’ ἕναν ἁπλό λόγο νά γίνει αὐτό πού σοῦ ζητῶ, καί θά θεραπευθεῖ ὁπωσδήποτε ὁ ὑπηρέτης μου. 8 Διότι κι ἐγώ εἶμαι ἄνθρωπος πού βρίσκομαι κάτω ἀπό τίς διαταγές τῶν ἀνωτέρων μου καί ἐξαρτῶμαι ἀπό τήν ἐξουσία τους, ἔχω ὅμως κι ἐγώ κάτω ἀπό τή διοίκησή μου στρατιῶτες, καί λέω στόν ἕνα στρατιώτη, πήγαινε, καί πηγαίνει. Καί στόν ἄλλο λέω, ἔλα, κι ἔρχεται. Καί στόν ὑπηρέτη μου λέω, κάνε αὐτό, καί τό κάνει. Ἀφοῦ λοι­πόν ὁ δικός μου λόγος ἐκτελεῖται ἀμέσως, ἐάν διατάξεις ἐσύ, πού δέν εἶσαι κάτω ἀπό τίς διαταγές κανενός ἀν­­­­­­­θρώπου, ἀλλά ἔχεις ἐξουσία ἀκόμη καί πάνω στίς ἀό­ρα­τες δυ­νάμεις, δέν θά γίνει ἐκεῖνο πού θέλεις; 9 Ὅταν λοιπόν τά ἄκουσε αὐτά ὁ Ἰησοῦς, θαύμασε τόν ἑκατόνταρχο. Κι ἀφοῦ γύρισε πρός τό μέρος τοῦ πλή­θους πού τόν ἀκολουθοῦσε, εἶπε: Σᾶς λέω ὅτι οὔτε στόν Ἰσραήλ, τόν ἐκλεκτό λαό τοῦ Θεοῦ, δέν βρῆκα τόσο μεγάλη πίστη. 10 Κι ὅταν οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ ἑκατοντάρχου ἐπέ­στρε­ψαν στό σπίτι του, βρῆκαν τόν ἄρρωστο δοῦλο νά βρίσκεται σέ πλήρη ὑγεία.

Facebooktwitterpinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *