Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου

Εὐαγγέλιον: ἡμέρας, Δευτ. β΄ ἑβδ. Λουκᾶ (Λουκ. δ΄ 38-44)

38 Ἀναστὰς δὲ ἐκ τῆς συν­αγωγῆς εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰ­κίαν Σίμωνος. πενθερὰ δὲ τοῦ Σίμωνος ἦν συνεχομέ­νη πυρετῷ μεγάλῳ, καὶ ἠρώτη­σαν αὐτὸν περὶ αὐτῆς. 39 καὶ ἐπιστὰς ἐπάνω αὐ­τῆς ἐπετίμησε τῷ πυρετῷ, καὶ ἀφῆκεν αὐτήν· παρα­χρῆ­μα δὲ ἀναστᾶσα διηκόνει αὐ­τοῖς. 40 Δύνοντος δὲ τοῦ ἡλί­ου­ πάντες ὅσοι εἶχον ἀσθενοῦν­τας νόσοις ποικίλαις­ ἤγαγον αὐτοὺς πρὸς αὐτόν· ὁ δὲ ἑνὶ ἑκάστῳ αὐτῶν τὰς χεῖρας ἐπιτιθεὶς ἐθερά­πευσεν αὐτούς. 41 ἐξήρχετο δὲ καὶ δαιμόνια ἀπὸ πολλῶν κραυγάζοντα­ καὶ λέγοντα ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ. καὶ ἐπιτιμῶν οὐκ εἴα αὐτὰ λα­λεῖν, ὅτι ᾔδεισαν τὸν Χρι­στὸν αὐτὸν εἶναι. 42 Γενομένης δὲ ἡμέρας ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς ἔρημον τόπον· καὶ οἱ ὄχλοι ἐπε­ζήτουν αὐτόν, καὶ ἦλ­θον ἕ­­­ως αὐτοῦ καὶ κατεῖ­χον αὐ­τὸν τοῦ μὴ πορεύεσθαι ἀπ᾿ αὐτῶν. 43 ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτοὺς ὅτι καὶ ταῖς ἑτέραις πόλεσιν εὐαγγελίσασθαί με δεῖ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ· ὅτι εἰς τοῦτο ἀπέσταλμαι. 44 καὶ ἦν κηρύσσων εἰς τὰς συναγωγὰς τῆς Γαλιλαίας.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

38 Κι ὅταν ἔφυγε ἀπό τή συναγωγή, μπῆκε στό σπίτι τοῦ Σίμωνα. Ἡ πεθερά ὅμως τοῦ Σίμωνα ὑπέφερε ἀπό ὑψηλό πυρετό. Καί τόν παρακάλεσαν νά τήν θεραπεύσει. 39 Τότε ἦλθε καί στάθηκε ἀπό πάνω της κι ἔδωσε διαταγή στόν πυρετό, καί ὁ πυρετός ἔφυγε. Κι ἀμέσως ἐκείνη, ἐπειδή δέν αἰσθανόταν πλέον τήν παραμικρή ἐξάντληση, σηκώθηκε καί τούς ὑπηρετοῦσε. 40 Καί καθώς ὁ ἥλιος βρισκόταν ἤδη στή δύση του καί εἶχε πλέον περάσει ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, ὅλοι ὅσοι εἶχαν ἀρρώστους πού ἔπασχαν ἀπό διάφορες ἀσθένειες τούς ἔφερναν κοντά του. Κι αὐτός βάζοντας τά χέρια του πάνω στόν καθένα τους τούς θεράπευσε ὅλους. 41 Ἀπό πολλούς μάλιστα ἔβγαιναν καί δαιμόνια, τά ὁποῖα φώναζαν δυνατά καί ἔλεγαν ὅτι ἐσύ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τά ἐπιτιμοῦσε καί δέν τά ἄφηνε νά μιλοῦν, διότι ἤξεραν ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Χριστός καί ἔδιναν μαρτυρία γι’ αὐτόν, εἴτε γιά νά φαίνονται σύμμαχοι καί συνεργάτες του καί ὕπουλα νά ἑλ­κύουν τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ κόσμου, εἴτε καί γιά νά προ­καλέσουν ἄκαιρο συναγερμό τοῦ λαοῦ ὑπέρ τοῦ Ἰη­σοῦ, γιά νά ζημιώσουν ἔτσι τό ἔργο του. 42 Κι ὅταν ξημέρωσε, βγῆκε ὁ Ἰησοῦς καί πῆγε σ’ ἕναν ἐρημικό τόπο. Καί τά πλήθη τοῦ λαοῦ ἔψαχναν νά τόν βροῦν, καί πῆγαν ὥς ἐκεῖ πού ἦταν. Καί προ­σπα­θοῦ­σαν μέ παρακλήσεις νά τόν κρατήσουν, ὥστε νά μή φύ­γει ἀπό κοντά τους κι ἀπό τήν πόλη τους. 43 Ἀλλά αὐτός τούς εἶπε ὅτι σύμφωνα μέ τό προκαθορισμένο σχέδιο τοῦ Πατρός μου πρέπει καί σέ ἄλλες πόλεις νά κηρύξω τό χαρμόσυνο μήνυμα, ὅτι σέ λίγο ὁ Θεός θεμελιώνει καί πάνω στή γῆ τή βασιλεία του· δι­ότι γι’ αὐτό ἀκριβῶς μέ ἀπέστειλε ὁ Πατέρας μου, γιά νά κηρύξω ὄχι μόνο στούς κατοίκους τῆς Κα­περ­ναούμ ἀλλά σ’ ὅλους τούς Ἰσραηλίτες. 44 Καί ἐξακολουθοῦσε νά κηρύττει στίς συναγωγές τῆς Γαλιλαίας.

Facebooktwitterpinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *