Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου

Εὐαγγέλιον: ἡμέρας, Πέμ. ιε΄ ἑβδ. Ματθαίου (Μρ. ς΄ 30-45)

30 Καὶ συνάγονται οἱ ἀπόστολοι πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἀπήγγειλαν αὐτῷ πάν­τα, καὶ ὅσα ἐποίησαν καὶ ὅ­­­σα ἐδίδαξαν. 31 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· δεῦτε ὑμεῖς αὐτοὶ κατ᾿ ἰδίαν εἰς ἔρημον τόπον, καὶ ἀναπαύεσθε ὀλίγον· ἦσαν γὰρ οἱ ἐρχόμενοι καὶ οἱ ὑπάγοντες πολλοί, καὶ οὐδὲ φαγεῖν εὐκαίρουν· 32 καὶ ἀπῆλθον εἰς ἔρημον τόπον ἐν πλοίῳ κατ᾿ ἰδίαν. 33 καὶ εἶδον αὐτοὺς ὑπά­γοντας, καὶ ἐπέγνωσαν αὐ­τοὺς πολλοί, καὶ πεζῇ ἀπὸ πασῶν τῶν πόλεων συνέδραμον ἐκεῖ καὶ προῆλθον αὐτοὺς καὶ συνῆλθον πρὸς αὐτόν. 34 Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἶδε πολὺν ὄχλον καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτοῖς, ὅτι ἦσαν ὡς πρόβατα μὴ ἔχον­­τα ποιμένα, καὶ ἤρξατο δι­δάσκειν αὐτοὺς πολλά. 35 Καὶ ἤδη ὥρας πολλῆς γενομένης προσελθόντες αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγουσιν ὅτι ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἤδη ὥρα πολλή· 36 ἀπόλυσον αὐτούς, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τοὺς κύκλῳ ἀγροὺς καὶ κώμας ἀγορά-σωσιν ἑαυτοῖς ἄρτους· τί γὰρ φάγωσιν οὐκ ἔχουσιν. 37 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐ­τοῖς· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φα­γεῖν. καὶ λέγουσιν αὐτῷ· ἀπελθόντες ἀγοράσωμεν δη­­ναρίων διακοσίων ἄρτους καὶ δῶμεν αὐτοῖς φαγεῖν; 38 ὁ δὲ λέγει αὐτοῖς· πόσους ἄρτους ἔχετε; ὑπάγετε καὶ ἴδετε. καὶ γνόντες λέγουσι· πέντε, καὶ δύο ἰχθύας. 39 καὶ ἐπέταξεν αὐτοῖς ἀνακλῖναι πάντας συμπόσια συμπόσια ἐπὶ τῷ χλωρῷ χόρτῳ. 40 καὶ ἀνέπεσον πρασιαὶ πρασιαὶ ἀνὰ ἑκατὸν καὶ ἀνὰ πεντήκοντα. 41 καὶ λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κατέκλασε τοὺς ἄρτους καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς ἵνα παραθῶσιν αὐ­τοῖς, καὶ τοὺς δύο ἰχθύας ἐμέρισε πᾶσι. 42 καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, 43 καὶ ἦραν κλασμάτων δώ­δεκα κοφίνους πλήρεις, καὶ ἀπὸ τῶν ἰχθύων. 44 καὶ ἦσαν οἱ φαγόντες τοὺς ἄρτους πεντακισχίλιοι ἄνδρες. 45 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προά­γειν εἰς τὸ πέραν πρὸς Βη­­θσαϊδάν, ἕως αὐτὸς ἀπο­λύ­­σῃ τὸν ὄχλον.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

30 Ὅταν ἐπέστρεψαν ἀπό τήν περιοδεία τους οἱ Ἀπόστολοι, συγκεντρώθηκαν κοντά στόν Ἰησοῦ καί τοῦ ἀνέ­φε­ραν τά πάντα, ὅσα δηλαδή ἔργα καί θαύματα ἔκαναν κι ὅσα δίδαξαν. 31 Κι ὁ Ἰησοῦς τούς εἶπε: Πηγαίνετε ἰδιαιτέρως μό­νοι σας σέ κάποιον ἐρημικό καί ἥσυχο τόπο καί ξεκου­ρα­στεῖτε ἐκεῖ γιά λίγο. Καί τούς συνέστησε νά τό κάνουν αὐτό, διότι ἦταν πολλοί αὐτοί πού πηγαινοέρχονταν, καί γι’ αὐτό ὁ Ἰησοῦς καί οἱ μαθητές του δέν εὐ­καιροῦσαν οὔτε νά φᾶνε. 32 Ἔτσι ἔφυγαν μέ τό πλοῖο σέ ἐρημικό τόπο μόνοι τους, χωρίς νά ποῦν τίποτε στά πλήθη τοῦ λαοῦ. 33 Καθώς ὅμως ἀναχωροῦσαν, τούς εἶδαν πολλοί καί τούς ἀνα­­γνώ­ρισαν. Κι ἔτρεξαν μαζί ἐκεῖ ἀπ’ ὅλες τίς γύρω πόλεις, κι ἀφοῦ διέτρεξαν μέ τά πόδια τόν γύρο τῆς λίμνης καί πέρασαν τόν Ἰορδάνη, ἔφθασαν τούς μα­θητές καί μαζεύτηκαν γύρω ἀπό τόν Ἰησοῦ. 34 Κι ὅταν βγῆκε ὁ Ἰησοῦς ἀπό τό ἐρημικό μέρος πού ἦταν, εἶδε πολύ λαό καί τούς σπλαχνίσθηκε, διότι ἦταν ἐγκαταλελειμμένοι καί χωρίς πνευματική καθοδήγη­ση, σάν πρόβατα πού δέν ἔχουν ποιμένα. Κι ἄρ­χισε νά τούς διδάσκει καί νά τούς λέει πολλά. 35 Κι ἀφοῦ πέρασε πλέον πολλή ὥρα, τόν πλησίασαν οἱ μαθητές καί τοῦ εἶπαν ὅτι ὁ τόπος εἶναι ἐρημικός καί ἡ ὥρα εἶναι πλέον περασμένη. 36 Δῶσ’ τους ἐντολή νά φύγουν καί νά πᾶνε στίς ἀγρο­τικές κατοικί­ες καί τά χωριά πού εἶναι τριγύρω, ν’ ἀγο­­ρά­σουν ψω­­μιά γιά νά φᾶνε. Διότι δέν ἔχουν τί νά φᾶ­νε. 37 Ἐκεῖνος ὅμως τούς ἀποκρίθηκε: Δῶστε τους ἐσεῖς νά φᾶνε. Κι αὐτοί τοῦ εἶπαν: Νά πᾶ­­με ἐμεῖς ν’ ἀγοράσουμε ψωμιά ἀξίας διακοσίων δηναρίων καί νά τούς δώσουμε νά φᾶνε; Ποῦ νά βροῦμε τόσο πολ­λά χρήματα; 38 Αὐτός ὅμως τούς εἶπε: Πόσα ψωμιά ἔχετε; Πηγαίνετε νά δεῖτε. Εἶδαν τί εἶχαν καί τοῦ εἶπαν: Ἔχουμε πέντε ψωμιά καί δύο ψάρια. 39 Τούς διέταξε τότε νά τούς βάλουν ὅλους νά καθίσουν πάνω στό χλωρό χορτάρι παρέες-παρέες. 40 Καί κάθισαν κατά ὁμάδες, πού πάνω στήν πρα­σι­νά­δα ἔμοιαζαν μέ φυτεμένα τετράγωνα κήπων. Καί ἦταν ὁμάδες ἀπό ἑκατό καί ἀπό πενήντα ἀνθρώπους ἡ καθεμιά. 41 Τότε πῆρε τά πέντε ψωμιά καί τά δύο ψάρια, ἔστρε­ψε τά μάτια του στόν οὐρανό κι εὐχαρίστησε καί ἐπι­κα­λέστηκε τόν Θεό Πατέρα. Κατόπιν ἔκοψε σέ κομμάτια τά ψωμιά καί τά ἔδινε στούς μαθητές του νά τά βάλουν μπροστά τους. Ἐπίσης μοίρασε σέ ὅλους καί τά δύο ψάρια. 42 Κι ἔφαγαν ὅλοι καί χόρτασαν. 43 Καί μάζεψαν τά κομμάτια πού περίσσεψαν, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Καί μάζεψαν καί τά περισσεύματα ἀπό τά ψάρια. 44 Κι αὐτοί πού ἔφαγαν τά ψωμιά ἦταν πέντε χιλιάδες ἄνδρες. 45 Κι ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς, γιά νά μήν παρασυρθοῦν οἱ μαθητές ἀπό τόν ἐνθουσιασμό τοῦ λαοῦ πού ἤθελε νά τόν ἀνακηρύξει βασιλιά, τούς ἀνάγκασε νά μποῦν στό πλοῖο καί νά περάσουν πρίν ἀπ’ αὐτόν στήν ἀπέναντι ὄχθη τῆς λίμνης, στή Βηθσαϊδά, μέχρι νά διαλύσει ὁ ἴδιος τά πλήθη τοῦ λαοῦ.

Facebooktwitterpinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *