Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου

Εὐαγγέλιον: ἡμέρας, Τρ. ιε΄ ἑβδ. Ματθαίου (Μρ. ς΄ 1-7)

Καὶ ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν καὶ ἦλ­θεν εἰς τὴν πατρίδα ἑ­­­αυτοῦ· καὶ ἀκολουθοῦσιν αὐ­τῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. 2 καὶ γενομένου σαββάτου ἤρξατο ἐν τῇ συναγωγῇ διδάσκειν· καὶ πολλοὶ ἀκούοντες ἐξεπλήσσοντο λέγοντες· πόθεν τούτῳ ταῦτα; καὶ τίς ἡ σοφία ἡ δοθεῖσα αὐ­­­τῷ, καὶ δυνάμεις τοιαῦται διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ γίνονται; 3 οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τέκτων, ὁ υἱὸς τῆς Μαρίας, ἀδελφὸς δὲ Ἰακώβου καὶ Ἰωσῆ καὶ Ἰούδα καὶ Σίμωνος; καὶ οὐκ εἰσὶν αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ ὧδε πρὸς ἡμᾶς; καὶ ἐσκανδαλίζοντο ἐν αὐτῷ. 4 ἔλεγε δὲ αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἔστι προφήτης ἄτιμος εἰ μὴ ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ καὶ ἐν τοῖς συγγενέσι καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. 5 καὶ οὐκ ἠδύνατο ἐκεῖ οὐδεμίαν δύναμιν ποιῆσαι, εἰ μὴ ὀλίγοις ἀρρώστοις ἐπιθεὶς τὰς χεῖρας ἐθεράπευσε· 6 καὶ ἐθαύμαζε διὰ τὴν ἀ­­­πιστίαν αὐτῶν. Καὶ περιῆ­­γε τὰς κώμας κύκλῳ διδάσκων. 7 Καὶ προσκαλεῖται τοὺς δώ­­δεκα, καὶ ἤρξατο αὐτοὺς ἀποστέλλειν δύο δύο, καὶ ἐ­­­δίδου αὐτοῖς ἐξουσίαν τῶν πνευμάτων τῶν ἀκαθάρτων.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

Κατόπιν ἀναχώρησε ἀπό ἐκεῖ καί ἦλθε στήν πατρί­δα του, τή Ναζαρέτ. Καί οἱ μαθητές του τόν ἀκολού­θη­σαν. 2 Κι ὅταν ἦλθε ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, ἄρχισε νά διδάσκει στή συναγωγή. Καί πολλοί πού τόν ἄκουγαν, θαύμαζαν κι ἔλεγαν: Ἀπό ποῦ τά κατέχει αὐτά πού βλέπουμε κι ἀκοῦμε; Καί τί πράγμα εἶναι ἡ σοφία αὐτή πού τοῦ δόθηκε; Καί μέ ποιά δύναμη κάνει τέτοια θαύματα μέ τά χέρια του; 3 Δέν εἶναι αὐτός ὁ μαραγκός, ὁ γιός τῆς Μαρίας καί ἀδελφός τοῦ Ἰακώβου καί τοῦ Ἰωσῆ καί τοῦ Ἰού­­δα καί τοῦ Σίμωνα; Καί δέν εἶναι ἐδῶ μαζί μας οἱ ἀδελ­φές του; Καί σκανδαλίζονταν μαζί του. Καί δέν ἤθε­λαν νά τόν πα­ραδεχθοῦν ὡς προφήτη, ἀλλά τόν πα­ρα­τηροῦ­σαν μέ καχυποψία. 4 Κι ὁ Ἰησοῦς τούς ἔλεγε ὅτι πουθενά δέν ἀρνοῦνται νά τιμήσουν ἕναν προφήτη παρά μόνο στήν πατρίδα του καί στόν κύκλο τῶν συγγενῶν του κι ἐκείνων πού μέ­νουν στό σπίτι του. 5 Κι ἐπειδή αὐτοί ἀπιστοῦσαν, ἡ ἀπιστία τους ἐμπόδι-ζε τήν ἐνέργεια τῆς θαυματουργικῆς του δυνάμεως· γι’ αὐτό καί δέν μποροῦσε ἐκεῖ νά κάνει κανένα ἀπό τά με­­­γάλα θαύματά του, παρά μόνο λίγους ἀρ­ρώ­στους θε­ρά­πευσε, ἀφοῦ ἔθεσε τά χέρια του ἐπάνω τους. 6 Κι ἀποροῦσε ὁ Κύριος μέ τήν ἀπιστία τους, τήν ὁποία ἔβρισκε ἀδικαιολόγητη καί βαριά, καθώς διέκρινε τά ­βά­θη τῆς καρδιᾶς τους. Καί περιόδευε τριγύρω στά ­χω­ριά καί δίδασκε. 7 Καί προσκαλεῖ τούς δώδεκα μαθητές του κι ἄρχισε νά τούς ἀπο­στέλλει σέ περιοδεία δύο-δύο. Καί τούς ἔδινε ἐξουσία καί δύναμη νά βγάζουν ἀπό τούς δαιμονισμένους τά ἀκά­θαρ­τα πνεύματα.

Facebooktwitterpinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *