Παρασκευή 31 Ιανουαρίου

Εὐαγγέλιον: ἡμέρας, Παρ. ις΄ ἑβδ. Ματθαίου (Μρ. η΄ 1-10)

Ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις πάλιν πολλοῦ ὄχλου ὄντος καὶ μὴ ἐχόντων τί φάγωσι, προσκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγει αὐτοῖς· 2 σπλαγχνίζομαι ἐπὶ τὸν ὄ­χλον, ὅτι ἤδη ἡμέραι τρεῖς προσμένουσί μοι καὶ οὐκ ἔχουσι τί φάγωσι· 3 καὶ ἐὰν ἀπολύσω αὐτοὺς νήστεις εἰς οἶκον αὐτῶν, ἐ­­­­κλυθήσονται ἐν τῇ ὁ­δῷ· τι­νὲς γὰρ αὐτῶν ἀ­πὸ μακρό­­θεν ἥκασι. 4 καὶ ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· πόθεν τούτους δυνήσεταί τις ὧδε χορτάσαι ἄρτων ἐπ᾿ ἐρημίας; 5 καὶ ἐπηρώτα αὐτούς· πόσους ἔχετε ἄρτους; οἱ δὲ εἶπον· ἑπτά. 6 καὶ παρήγγειλε τῷ ὄχλῳ ἀναπεσεῖν ἐπὶ τῆς γῆς· καὶ λαβὼν τοὺς ἑπτὰ ἄρτους εὐ­χαριστήσας ἔκλασε καὶ ἐ­­­δίδου τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἵνα παρατιθῶσι· καὶ παρέθηκαν τῷ ὄχλῳ. 7 καὶ εἶχον ἰχθύδια ὀλίγα· καὶ αὐτὰ εὐλογήσας εἶπε πα­ρατιθέναι καὶ αὐτά. 8 ἔφαγον δὲ καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν περισσεύματα κλασμάτων ἑπτὰ σπυρίδας. 9 ἦσαν δὲ ὡς τετρακισχίλιοι· καὶ ἀπέλυσεν αὐτούς. 10 Καὶ ἐμβὰς εὐθὺς εἰς τὸ πλοῖον μετὰ τῶν μαθητῶν αὐ­­τοῦ ἦλθεν εἰς τὰ μέρη Δαλμανουθά.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

Ἐκεῖνες τίς ἡμέρες ἦταν πάλι μαζεμένος πάρα πολύς λαός, κι ἐπειδή δέν εἶχαν τί νά φᾶνε, κάλεσε ὁ Ἰησοῦς τούς μαθητές του καί τούς λέει: 2 Σπλαχνίζομαι πολύ τόν λαό, διότι τρεῖς ἡμέρες τώρα μένουν κοντά μου καί δέν ἔχουν τί νά φᾶνε. 3 Κι ἄν τούς στείλω νά φύγουν στά σπίτια τους νηστι­κοί, θά ἀποκάμουν στό δρόμο. Διότι μερικοί ἀπ’ αὐ­τούς ἔχουν ἔλθει ἀπό μακριά καί γι’ αὐτό πρέπει νά πε­ζοπορήσουν πολύ. 4 Τότε τοῦ ἀποκρίθηκαν οἱ μαθητές του: Ἀπό ποῦ θά μπορέσει κανείς ἐδῶ στήν ἐρημιά νά χορτάσει μέ ψωμιά αὐτούς πού εἶναι τόσο πολλοί; 5 Κι ὁ Ἰησοῦς τούς ρώτησε: Πόσα ψωμιά ἔχετε; Αὐτοί τοῦ εἶπαν: Ἑπτά. 6 Τότε ὁ Κύριος πρόσταξε τό πλῆθος τοῦ λαοῦ νά καθίσουν στή γῆ. Κι ἀφοῦ πῆρε στά χέρια του τά ἑπτά ψωμιά, εὐχαρίστησε τόν Πατέρα του, ὁ ὁποῖος δίνει ὅλα τά ἀγαθά, κι ἔπειτα τά ἔκοψε κι ἄρχισε νά δίνει τά κομμάτια στούς μαθητές του γιά νά τά προσφέρουν. Κι αὐτοί τά πρόσφεραν στό πεινασμένο πλῆθος τοῦ λαοῦ. 7 Εἶχαν καί λίγα ψαράκια. Κι ἀφοῦ τά εὐλόγησε, εἶπε νά τά προσφέρουν κι αὐτά. 8 Κι ἔφαγαν ὅλοι καί χόρτασαν, καί μάζεψαν τά περισσεύματα ἀπό τά κομμάτια ἑπτά μεγάλα κοφίνια. 9 Ἐκεῖνοι πού ἔφαγαν ἦταν περίπου τέσσερις χιλιάδες. Κι ἀφοῦ ἔφαγαν, τούς ἔστειλε στά σπίτια τους. 10 Κι ἀμέσως μπῆκε στό πλοῖο μαζί μέ τούς μαθητές του καί ἦλθε στά μέρη Δαλμανουθά, πού γειτονεύουν μέ τή Μαγδαλά.

Facebooktwitterpinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *