Παρασκευή 29 Νοεμβρίου

Εὐαγγέλιον: ἡμέρας, Παρ. ια΄ ἑβδ. Λουκᾶ (Λκ. κ΄ 19-26)

19 Καὶ ἐζήτησαν οἱ ἀρχιε­­ρεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς ἐ­πι­­­­­­­βαλεῖν ἐπ᾿ αὐτὸν τὰς χεῖ­­­­­­­ρας ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, καὶ ἐφοβή­θησαν τὸν λαόν· ἔ­γνω­­σαν γὰρ ὅτι πρὸς αὐ­τοὺς τὰς πα­ραβολὰς ἔλε­γε. 20 Καὶ παρατηρήσαντες ἀπέστειλαν ἐγκαθέτους, ὑ­­­­­­πο­­­­­­κρινομένους ἑαυτοὺς δι­­­καί­ους εἶναι, ἵνα ἐπιλά­βω­­νται αὐτοῦ λόγου εἰς τὸ παραδοῦναι αὐτὸν τῇ ἀρχῇ καὶ τῇ ἐξουσίᾳ τοῦ ἡγεμόνος. 21 καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδα­μεν ὅτι ὀρθῶς λέγεις καὶ διδάσκεις, καὶ οὐ λαμβάνεις πρόσωπον, ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἀληθείας τὴν ὁδὸν τοῦ Θε­οῦ διδάσκεις· 22 ἔξεστιν ἡμῖν Καίσαρι φόρον δοῦναι ἢ οὔ; 23 κατανοήσας δὲ αὐτῶν τὴν πανουργίαν εἶπε πρὸς αὐτούς· τί με πειράζετε; 24 δείξατέ μοι δηνάριον· τί­νος ἔχει εἰκόνα καὶ ἐπιγραφήν; ἀποκριθέντες δὲ εἶπον· Καίσαρος. 25 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἀπό­δοτε τοίνυν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ. 26 καὶ οὐκ ἴσχυσαν ἐπιλα­βέσθαι αὐτοῦ ρήματος ἐν­α­ντίον τοῦ λαοῦ, καὶ θαυμάσαντες ἐπὶ τῇ ἀποκρίσει αὐτοῦ ἐσίγησαν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

19 Στό μεταξύ οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ γραμματεῖς, ἐπειδή κα­τάλαβαν ὅτι γι’ αὐτούς ἔλεγε τίς παραβολές, θέλησαν νά βάλουν χέρι ἐπάνω του καί νά τόν συλλάβουν ἀκρι­βῶς ἐκείνη τήν ὥρα. Ἀλλά φοβήθηκαν τό λαό. 20 Ὅμως ἀπό μακριά τόν παρακολουθοῦσαν κι ἔψα­­­χναν νά βροῦν τήν κατάλληλη εὐκαιρία νά τόν παγιδεύσουν. Ἔστειλαν λοιπόν κατασκόπους, πού προ­σποι­­­­οῦνταν ὅτι ἦταν εὐσυνείδητοι καί ἐνδια­φέ­ρο­νταν πο­λύ νά ζοῦν μέ δικαιοσύνη. Καί τούς ἔστει­λαν γιά νά τοῦ ἀποσπάσουν κάποιο ἐνο­χο­ποι­ητικό λόγο, ὥστε νά τόν παραδώσουν στήν ἀρχή καί τήν ἐξου­σία τοῦ ἡγε­μόνα. 21 Τοῦ ἔκαναν λοιπόν τήν ἑξῆς ἐρώτηση: Διδάσκαλε, γνωρίζουμε ὅτι λές καί διδάσκεις ὀρθά καί ἀληθινά. Δέν παρεκκλίνεις καθόλου ἀπό τήν εὐθεία γραμμή. Δέν ἐπηρεάζεσαι ἀπό ἀνθρώπους, οὔτε χαρίζεσαι σέ πρόσωπα, ἀλλά διδάσκεις τό δρόμο τοῦ Θεοῦ βασισμένος πάντοτε στήν ἀλήθεια. 22 Δῶσ’ μας λοιπόν τή συμβουλή σου: Ἐπιτρέπεται σέ μᾶς, πού ἀνήκουμε στό λαό τοῦ Θεοῦ καί ἔχουμε βασιλέα τόν ἴδιο τόν Θεό, νά πληρώνουμε φόρο στόν Καίσαρα ἤ ὄχι; 23 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως ἀντιλήφθηκε τήν πονηριά τους καί τούς εἶπε: Γιατί θέλετε νά μέ βάλετε σέ πειρασμό, μοῦ στήνετε παγίδα καί ζητᾶτε νά μέ συλλάβετε σ’ αὐτή; 24 Δεῖξτε μου ἕνα δηνάριο. Ποιανοῦ εἶναι ἡ εἰκόνα καί ἡ ἐπιγραφή πού ἔχει τό νόμισμα αὐτό; Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἀπάντησαν: Τοῦ Καίσαρα. 25 Αὐτός τότε τούς εἶπε: Μόνοι σας δεχθήκατε στίς συ­ν­αλλαγές σας τά νομίσματα τοῦ Καίσαρα, καί μέ αὐ­τά διενεργεῖτε τό ἐμπόριό σας καί διευκολύνεστε στίς σχέ­σεις σας μεταξύ σας. Δῶστε λοιπόν πίσω στόν Καί­­­σαρα ἐκεῖνα πού ἀνήκουν στόν Καίσαρα, τούς φό­­ρους δηλαδή καί τήν ὑποταγή στούς νόμους πού ἀσφα­λίζουν τήν ἀπονομή τοῦ δικαίου καί τήν εἰρηνική συμ­­­­βίωση τῶν πολιτῶν. Δῶστε ὅμως καί στό Θεό ἐκεῖ­να πού ἀνή­κουν στό Θεό, δηλαδή ὅλη σας τήν ψυ­χή, ὅλο τόν ἑαυτό σας. 26 Καί δέν κατόρθωσαν νά τοῦ πάρουν οὔτε τόν παραμικρό ἐνοχοποιητικό λόγο μπροστά στό λαό, ὁ ὁποῖ­ος τή στιγμή ἐκείνη τόν ἄκουγε καί θά χρησίμευε ὡς μάρτυρας. Θαύμασαν γιά τήν ἀπόκρισή του καί σιώπησαν.

Facebooktwitterpinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *