Κυριακή 3 Νοεμβρίου (Παραβολή πλουσίου & Λαζάρου)

Εὐαγγέλιον: Κυρ. ε΄ Λουκᾶ (Λκ. ις΄ 19-31)

19 Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐ­φ­ραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς. 20 πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνό­ματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλ­κωμένος 21 καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆ­­ναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. 22 ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆ­ναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων­ εἰς τὸν κόλπον Ἀβρα­άμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. 23 καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑ­­πάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 24 καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶ­πε·­ πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέη­σόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵ­να βά­ψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυ­νῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. 25 εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζω­­ῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁ­­­μοίως­ τὰ κακά· νῦν δὲ ὧ­­δε πα­ρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυ­νᾶ­σαι· 26 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις με­ταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μη­δὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς δια­περῶσιν. 27 εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· 28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελ­φούς· ὅπως διαμαρτύρηται­ αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλ­θωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦ­τον τῆς βασάνου. 29 λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔ­­χουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐ­τῶν. 30 ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐ­τούς, μετανοήσουσιν. 31 εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθή­σον­ται.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

19 Συνεχίζοντας ὁ Κύριος τή διδασκαλία του γιά τήν κα­λή χρησιμοποίηση τοῦ πλούτου, εἶπε καί τήν ἀκό­λου­θη παραβολή: Ὑπῆρχε κάποιος πλούσιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖ­ος φοροῦσε βασιλικά ἐνδύματα. Ἀπ’ ἔξω φοροῦσε ἕνα μάλ­λινο κόκκινο καί πανάκριβο ροῦχο, κι ἀπό μέσα φο­ροῦσε λευκό χιτώνα πολυτελή ἀπό λεπτό αἰγυπτια­κό λινάρι. Καί διασκέδαζε σέ πλούσια συμπόσια κά­θε μέρα μέ μεγαλοπρέπεια. 20 Ἦταν ὅμως καί κάποιος φτωχός πού λεγόταν Λάζαρος, ὁ ὁποῖος ἦταν γεμάτος πληγές καί παραπεταμένος κοντά στήν ἐξώ­πορ­τα τοῦ πλουσίου. 21 Καί προσπαθοῦσε νά χορτάσει ἀπό τά ψίχουλα πού ἔπεφταν ἀπό τό τραπέζι τοῦ πλουσίου. Ἀλλά σά νά μήν τοῦ ἔφτανε ἡ στέρησή του αὐτή, καθώς ἦταν καί σχεδόν γυ­μνός, ἔρχονταν καί οἱ σκύλοι καί ἔγλειφαν τίς πληγές του. Παρόλα αὐτά ὅμως ὁ Λάζαρος δέν ἔβγαζε ἀπό τό στόμα του οὔτε τήν παραμικρή λέξη παραπόνου ἐ­να­ν­τί­ον τοῦ πλουσίου ἤ κάποιο γογγυσμό ἐναντίον τοῦ Θε­οῦ. 22 Κάποτε λοιπόν πέθανε ὁ φτωχός, καί οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ τόν μετέφεραν στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ, γιά νά βρεῖ ἀνάπαυση ἐκεῖ μέσα στόν παράδεισο. Πέθανε κάποτε καί ὁ πλούσιος, καί οἱ ἄνθρωποι τόν ἔθαψαν μέ μεγαλοπρέπεια. Πουθενά ὅμως δέν φάνηκαν γι’ αὐτόν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. 23 Καί στόν τόπο τοῦ Ἅδη, καθώς βασανιζόταν, σήκωσε τά μάτια του καί εἶδε ἀπό μακριά τόν Ἀβραάμ καί τόν Λάζαρο νά εἶναι στήν ἀγκαλιά του. 24 Αὐτός λοιπόν πού στή γῆ τά εἶχε ὅλα καί δέν παρα­καλοῦσε κανένα νά τόν βοηθήσει, φώναξε τώρα καί εἶπε: Πατέρα μου Ἀβραάμ, σπλαχνίσου με. Λυπήσου με καί στεῖλε τόν Λάζαρο νά βρέξει μέ νερό τήν ἄκρη τοῦ δακτύλου του καί νά δροσίσει τή γλώσσα μου, διότι βασανίζομαι καί ὑποφέρω μέσα σ’ αὐτή τή φωτιά. 25 Ὁ Ἀβραάμ ὅμως τοῦ ἀπάντησε: Παιδί μου, θυμήσου ὅτι ἐσύ ἀπόλαυσες μέ τό παραπάνω τά ἀγαθά σου ὅταν ζοῦσες στή γῆ. Ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἀντίστοιχα ἀπόλαυσε τά κακά τῆς δυστυχίας καί τῆς ἀσθένειας. Τώρα ὅμως ἐδῶ ὁ Λάζαρος παρηγορεῖται γι’ αὐτά πού ὑπέφερε τότε συνεχῶς, ἐνῶ ἐσύ ὑποφέρεις καί βασα­νί­ζεσαι χωρίς διακοπή, ὅπως ἀδιάκοπη καί συνεχής ἦταν ἡ εὐτυχία σου πά­νω στή γῆ. 26 Κι ἐκτός ἀπ’ ὅλα αὐτά ὑπάρχει ἀνάμεσά μας μεγάλο χάσμα, ὥστε αὐτοί πού θέλουν νά διαβοῦν ἀπό ἐδῶ σέ σᾶς νά μήν μποροῦν, ἀλλά οὔτε κι ὅσοι εἶναι ἀπό ἐκεῖ νά μποροῦν νά περάσουν ἀπέναντι σέ μᾶς. 27 Εἶπε πάλι ὁ πλούσιος: Ἀφοῦ κάθε ἄνθρωπος πού ἔμεινε ἀμετανόητος στήν ἐπίγεια ζωή του, μετά τό θάνατό του δέν ἔχει πλέον καμία ἐλπίδα, σέ παρακαλῶ λοιπόν, πάτερ, στεῖλε τόν Λάζαρο στό σπίτι τοῦ πατέρα μου. 28 Διότι ἔχω πέντε ἀδελφούς. Στεῖλε τον νά τούς βεβαιώσει ὡς αὐτόπτης μάρτυρας γιά ὅσα συμβαίνουν ἐδῶ, γιά νά μήν ἔλθουν κι αὐτοί στόν τόπο αὐτό τῆς τιμωρίας καί τῶν βασάνων πού βρίσκομαι ἐγώ. 29 Τοῦ λέει ὁ Ἀβραάμ: Ἔχουν τόν Μωυσῆ καί τούς προ­φῆτες πού τούς βεβαιώνουν γι’ αὐτά. Ἄς ἀκούσουν ἐκεί­νους. 30 Ἐκεῖνος τότε τοῦ εἶπε: Ὄχι, πάτερ Ἀβραάμ, δέν θά ὑπακούσουν στό Μωυσῆ καί στούς προφῆτες. Ἐάν ὅμως πάει σ’ αὐτούς κάποιος ἀπό τούς νεκρούς, θά με­τανοήσουν. 31 Τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἀβραάμ: Ἐάν δέν ἔχουν τήν κα­λή δι­ά­θεση νά ὑπακούσουν στό Μωυσῆ καί στούς προ­φῆ­τες, δέν θά πεισθοῦν, ἀκόμη κι ἄν ἀναστηθεῖ κάποιος ἀπό τούς νεκρούς. Διότι, ὅταν ἀτονήσει ἡ πρώτη τους ἐντύπωση ἀπό τήν ἀνάσταση, θά ἐπανέλθουν πά­λι στήν προηγούμενή τους σκληρότητα. 

Facebooktwitterpinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *