Πέμπτη 12 Ιουλίου

Εὐαγγέλιον: ἡμέρας, Πέμ. ζ΄ ἑβδ. Ματθαίου (Ματθ. ιε΄ 12-21)

12 τότε προσελθόντες οἱ μα­­θηταὶ αὐτοῦ εἶπον αὐτῷ· οἶδας ὅτι οἱ Φαρισαῖοι ἐσκανδαλίσθησαν ἀκούσαντες τὸν λόγον; 13 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε· πᾶσα φυτεία ἣν οὐκ ἐφύτευσεν ὁ πατήρ μου ὁ οὐράνιος ἐκριζωθήσεται. 14 ἄφετε αὐτούς· ὁδηγοί εἰσι τυφλοὶ τυφλῶν· τυφλὸς δὲ τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμ­­­­φότε­ροι εἰς βόθυνον πε­σοῦν­­ται. 15 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· φράσον ἡμῖν τὴν παραβολὴν ταύτην. 16 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἀκμὴν καὶ ὑμεῖς ἀσύνετοί ἐστε; 17 οὔπω νοεῖτε ὅτι πᾶν τὸ εἰσπορευόμενον εἰς τὸ στόμα εἰς τὴν κοιλίαν χωρεῖ καὶ εἰς ἀφεδρῶνα ἐκβάλλεται; 18 τὰ δὲ ἐκπορευόμενα ἐκ τοῦ στόματος ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχεται, κἀκεῖνα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. 19 ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξ­έρχονται διαλογισμοὶ πονη­ροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖ­αι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι. 20 ταῦτά ἐστι τὰ κοινοῦντα τὸν ἄνθρωπον· τὸ δὲ ἀνί­πτοις χερσὶ φαγεῖν οὐ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. 21 Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

12 Τότε τόν πλησίασαν οἱ μαθητές του καί τοῦ εἶπαν: Γνω­ρίζεις ὅτι οἱ Φαρισαῖοι σκανδαλίστηκαν καί ἀγανά­κτη­σαν, ὅταν ἄκουσαν τό λόγο πού εἶπες γιά τίς τροφές; 13 Ὁ Κύριος τότε τούς ἀποκρίθηκε: Κάθε φυτεία πού δέν τή φύτεψε ὁ οὐράνιος Πατέρας μου θά ξεριζωθεῖ ἀπ’ τό χωράφι τοῦ Θεοῦ. Κάθε ἄνθρωπος δηλαδή πού λόγῳ τῆς ἀναξιότητός του δέν τόν προόρισε ὁ Πατέρας μου γιά τή βασιλεία του, θά ἀποβληθεῖ καί θά ξεριζωθεῖ ἀπ’ αὐτήν. 14 Ἀφῆστε τους· εἶναι ὁδηγοί τυφλοί, πού ὁδηγοῦν τυ­φλούς. Κι ἄν ἕνας τυφλός ὁδηγεῖ ἄλλον τυφλό, θά πέσουν καί οἱ δύο σέ βαθύ λάκκο. 15 Τότε τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Πέτρος: Δῶσ’ μας νά καταλάβουμε τόν ἀσαφή αὐτό λόγο, πού εἶναι σάν αἴνιγμα. 16 Καί ὁ Ἰησοῦς εἶπε: Ἀκόμη καί τώρα, ὕστερα ἀπό τόσες διδασκαλίες πού σᾶς ἔκανα, εἶστε καί σεῖς ἀνίκανοι νά καταλάβετε τήν ἀλήθεια πού σᾶς εἶπα; 17 Ἀκόμη δέν καταλαβαίνετε ὅτι ἐκεῖνο πού εἰσάγεται στό στόμα μέ τίς τροφές προχωρεῖ πρός τήν κοιλιά καί ἀποβάλλεται στό ἀποχωρητήριο; 18 Ὅσα ὅμως βγαίνουν ἀπ’ τό στόμα, προέρχον­ται ἀπό τήν καρδιά, κι αὐτά εἶναι πού μολύνουν τόν ἄνθρωπο. 19 Διότι ἀπ’ τήν καρδιά βγαίνουν σκέψεις πονηρές, φόνοι, μοιχεῖες, πορνεῖες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες, βλα­­σφημίες. Ὅλες αὐτές οἱ παραβάσεις ἀρχικῶς φυτρώνουν στήν καρδιά ὡς λογισμοί καί ἐπιθυμίες καί ἀποφάσεις, κι ἀπό ἐκεῖ πηγάζουν. 20 Αὐτά εἶναι ἐκεῖνα πού μολύνουν τήν πνευματική φύ­ση τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή τήν ψυχή. Τό νά φάει ὅμως κα­νείς μέ ἄπλυτα χέρια, αὐτό δέν τόν κάνει ἀκάθαρτο. Ἐν­δέχεται βέβαια νά μολύνει τόν ὀργανισμό του, ἡ ψυχή του ὅμως παραμένει ἀμόλυντη καί καθαρή. 21 Κι ἀφοῦ ἔφυγε ἀπό κεῖ ὁ Ἰησοῦς, ἀνα­χώρησε πρός τά μέρη τῆς Τύρου καί Σιδώνας.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *