Παρασκευή 18 Μαΐου

Εὐαγγέλιον: ἡμέρας, Παρ. ς΄ ἑβδ. Ἰωάννου (Ἰω. ιδ΄ 1-11)

Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία· πιστεύετε εἰς τὸν Θεόν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε. 2 ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν· εἰ δὲ μή, εἶπον ἂν ὑμῖν. πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν· 3 καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν, ἵνα ὅ­που εἰμὶ ἐγώ, καὶ ὑμεῖς ἦτε. 4 καὶ ὅπου ἐγὼ ὑπάγω οἴδατε, καὶ τὴν ὁδὸν οἴδατε. 5 Λέγει αὐτῷ Θωμᾶς· Κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑ­πά­γεις· καὶ πῶς δυνάμεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι; 6 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι’ ἐμοῦ. 7 εἰ ἐγνώκειτέ με, καὶ τὸν πατέρα μου ἐγνώκειτε ἄν. καὶ ἀπ’ ἄρτι γινώσκετε αὐ­τὸν καὶ ἑωράκατε αὐτόν. 8 Λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν. 9 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· το­σοῦτον χρόνον μεθ’ ὑ­μῶν εἰμι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑ­ώ­ρακε τὸν πατέρα· καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα; 10 οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα. 11 πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί· εἰ δὲ μή, διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ πιστεύετέ μοι.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

Ἀλλά ἄς μήν ταράζεται ἡ καρδιά σας, ἐπειδή ἀ­κού­σα­τε ὅτι πρόκειται νά μέ ἀρνηθεῖ ὁ Πέτρος. Πιστεύετε στόν Θεό· αὐτός προνοεῖ γιά τό ἔργο μου καί θά προνοήσει καί γιά σᾶς πού ταχθήκατε στό ἔργο αὐτό. Πιστεύετε ἀκόμη καί σέ μένα. Διότι κι ἐγώ ὡς Μεσσίας καί ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ θά ἐξακολουθῶ καί μετά τό θά­νατό μου νά ἐπιτελῶ τό ἔργο μου στούς οὐρανούς. 2 Στήν ἐπουράνια οἰκία τοῦ Πατρός μου ὑπάρχουν πολλοί τόποι διαμονῆς, ἀρκετοί γιά νά δεχθοῦν καί σᾶς καί ὅλους τούς πιστούς. Γι’ αὐτό λοιπόν νά ἔχετε πίστη καί ἐμπιστοσύνη στό Θεό. Ἐάν δέν ὑπῆρχαν πολλοί τό­­­ποι διαμονῆς στόν οὐρανό, θά σᾶς τό ἔλεγα. Ἀλλά ὑπ­­­­­άρ­­­­­­­χουν. Κι ἐγώ τώρα πηγαίνω νά σᾶς ἑτοιμάσω τό­πο. Διότι, γιά νά ἀνοιχθεῖ ἡ εἴσοδος τοῦ οὐρανοῦ στούς ἀνθρώπους, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ θυσία μου καί ἡ μεσιτεία μου. Καί γι’ αὐ­τό πρέπει νά πιστεύετε καί σέ μένα. 3 Κι ὅταν πάω καί σᾶς ἑτοιμάσω τόπο στούς οὐρα­νούς, πάλι θά ἔλθω κοντά σας τήν ὥρα τοῦ θανάτου γιά τόν καθένα σας ξεχωριστά καί τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας μου παρουσίας γιά ὅλους, καί θά σᾶς πάρω κοντά μου, γιά νά εἶστε κι ἐσεῖς ἐκεῖ πού εἶμαι ἐγώ. 4 Καί τό ποῦ πηγαίνω ἐγώ τώρα τό ξέρετε, ὅπως ξέρετε καί τό δρόμο πού ὁδηγεῖ ἐκεῖ. 5 Τοῦ λέει ὁ Θωμᾶς: Κύριε, δέν ξέρουμε ποῦ πηγαίνεις τώρα. Καί πῶς εἶναι δυνατόν νά γνωρίζουμε τό δρόμο πού ὁδηγεῖ ἐκεῖ; 6 Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς: Ἐγώ εἶμαι ὁ μοναδικός δρόμος, ἀπό τόν ὁποῖο μπορεῖ νά φτάσει κανείς στόν ­οὐ­ρα­νό. Διότι συγχρόνως εἶμαι καί ἡ ἀπόλυτη ἀλήθεια καί ἡ πραγματική καί πηγαία ζωή. Κανείς δέν εἶναι δυνατόν νά ἔλθει πρός τόν Πατέρα καί νά μετάσχει στή μακαρία ζωή του, παρά μόνο ἄν περάσει ἀπό μένα· διότι ἐγώ μέ τή διδασκαλία μου σᾶς γνωρίζω τόν Πατέρα μου καί τήν ἀλήθεια του. Καί μέ τή θυ­­σία μου ὡς αἰώνιος ἀρχιερεύς σᾶς συμφιλιώνω μ’ αὐτόν. 7 Ἐάν μέ εἴχατε γνωρίσει καλά, θά γνωρίζατε καί τόν Πα­τέρα μου. Καί ἀπό τώρα πού θά δοξασθῶ καί θά σᾶς στείλω τό Ἅγιον Πνεῦμα, αὐτό θά σᾶς φωτίσει καί θά τόν γνωρίσετε. Καί θά σᾶς μεταδώσει νέα ζωή, ἡ ὁποία θά σᾶς ἑνώσει μέ μένα, κι ἔτσι θά δεῖτε τόν Πατέρα μου μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς σας καί θά καταλάβετε τό μεγαλεῖο του, τίς σωτηριώδεις βουλές του καί τό θέλημά του. Κι ἐπειδή αὐτό θά γίνει ἀμέσως μετά ἀπό τό πάθος μου καί τή θυσία μου πάνω στό σταυρό, γι’ αὐτό μπορῶ ἀπό τώρα νά πῶ ὅτι γνωρίσατε καί ἔχετε δεῖ τόν Πατέρα. 8 Τοῦ λέει ὁ Φίλιππος: Κύριε, δεῖξε μας μέ ἀποκαλυπτική ὀπτασία τόν Πατέρα καί τή μεγαλοπρεπή δόξα του, ὥστε νά τή δοῦμε ὅπως παλιότερα ὁ Μωυ­σῆς καί ὁ Ἡσαΐας, κι αὐτό μᾶς ἀρκεῖ. 9 Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς: Τόσο καιρό εἶμαι μαζί σας, Φίλιπ­πε, καί δέν μ’ ἔχεις γνωρίσει ἀκόμη ποιός εἶμαι ὡς πρός τή θεϊκή μου φύση; Ἐκεῖνος πού ἔχει δεῖ ἐμένα κι ἔχει ἐκτι­μή­σει κατάλληλα τήν ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας μου, τήν ἁγιότητα τῆς ζωῆς μου καί τή θαυματουργική δράση μου, εἶδε καί τόν Πατέρα. Διότι ἐγώ εἶμαι ὁ φυσικός Υἱός του, καί μέσα ἀπό τήν ἀνθρώπινη φύση μου ἐκ­λά­­μ­πει ἡ ἀλήθεια καί ἡ δόξα καί ἡ ἁγιότητα τοῦ Πατρός μου. Καί πῶς ἐσύ λές· δεῖξε μας τόν Πατέρα; 10 Δέν πιστεύεις ὅτι ἐγώ εἶμαι ἀχώριστα ἑνωμένος μέ τόν Πατέρα μου, καί γι’ αὐτό εἶμαι καί μένω μέσα στόν Πα­­τέρα, καί ὁ Πατέρας εἶναι καί μένει μέσα μου; Εἶμαι ἀδιάσπαστα καί ἀπόλυτα ἑνωμένος μέ τόν Πατέρα μου, καί γι’ αὐτό τά λόγια πού ἐγώ σᾶς λέω καί σᾶς δι­δάσκω, δέν τά λέω ἀπό μόνος μου. Ἀλλά ὁ Πα­τέρας μου, πού μένει μέσα μου, αὐ­­­τός ἐνεργεῖ τά ὑπερ­­φυσικά ἔργα· καί ἐπιβεβαιώνει μ’ αὐ­τά ὅτι εἴμαστε ἀχώ­­­ριστοι καί ὅτι ἡ διδασκαλία πού δι­­δά­­­­σκω δέν εἶ­ναι δική μου, ἀλλά προέρχεται ἀπό τή δική του σο­φία. 11 Νά πιστεύετε σέ μένα, ὅταν σᾶς λέω ὅτι ἐγώ εἶμαι μέ­σα στόν Πατέρα μου καί ὁ Πατέρας εἶναι μέσα σέ μέ­­να. Διότι ἐγώ κι ἐκεῖνος, ἐνῶ διακρινόμαστε σέ ξε­χω­­­­­­­ρι­στά πρόσωπα, εἴμαστε συγχρόνως ἕνας Θεός. Εἰ­δάλ­­λως, ἐάν δέν πιστεύετε στά λόγια μου αὐτά, του­λά­­χιστον πιστέψτε σέ μένα γιά τά ὑπερφυσικά ἔργα πού ἐν­­­­ερ­γῶ.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *