Τετάρτη 26 Ιουλίου

Εαγγέλιον: τῆς ἁγίας, Δευτ. ιε΄ βδ. Ματθαίου (Μαρκ. ε΄ 24-34)

24 καὶ πλθε μετ᾿ ατο· καὶ κολούθει ατῷ χλος πολύς, κα συνέθλιβον ατόν. 25 Κα γυνή τις οσα ν ρύσει αματος τη δώδεκα, 26 κα πολλ παθοσα π πολλν ατρν κα δαπα­νή­σασα τ παρ᾿ αυτς πάν­τα, κα μηδν φεληθε­σα, λλ μλλον ες τ χερον λθοσα, 27 κούσασα περ τοῦ η­σολθοσα ν τῷ χλῳ ­­πισθεν ψατο τοῦ ματίου ατο· 28 λεγε γρ ν αυτῇ τι ἐὰν ψωμαι κν τν ματίων ατο, σωθήσομαι. 29 κα εθέως ξηράνθη  πηγ το αματος ατς, καὶ γνω τ σώματι τι αται π τς μάστιγος. 30 κα εθέως ὁ ησος πιγνος ν αυτ τν ξ α­το δύναμιν ξελθοσαν, ­­­πιστραφες ν τῷ χλῳ λε­γε· τίς μου ψατο τν μα­­τίων; 31 καὶ λεγον ατ ο μαθητα ατο· βλέπεις τν ­­­­χλον συνθλίβοντά σε, κα λέγεις τίς μου ψατο; 32 κα περιεβλέπετο δεν τν τοτο ποιήσασαν. 33  δ γυν φοβηθεσα κα τρέμουσα, εδυα  γέγονεν π᾿ ατλθε κα προσέπεσεν ατ κα επεν ατ πσαν τν λήθειαν. 34  δ επεν ατ· θύγατερ,­  πίστις σου σέσωκέ σε· ­­­παγε ες ερήνην, καὶ σθι ­­γις π τς μάστιγός σου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

24 Κι ὁ ησος πγε μαζί του. Πολύς λαός τότε ρχισε νά τόν κολουθε καί τόν στρίμωχναν π’ λα τά μέ­ρη. 25 νάμεσά τους ταν καί μιά γυναίκα πού πασχε δώδεκα χρόνια πό αμορραγία, 26 ἡ ποία ταλαιπωρήθηκε πολύ πό τήν κακή θεραπεία πολ­λν ατρν καί ξόδεψε λη τήν περιουσία της χω­­­ρίς νά χει καμία βελτίωση σέ τίποτε, λλά μλλον πρός τό χειρότερο πήγαινε. 27 Ατή ταν κουσε γιά τόν ησοῦ τι νεργε θαυματουργικές θεραπεες, λθε μέσα π’ τόν κόσμο πίσω του κι γγιξε τό νδυμά του. 28 Διότι λεγε μέσα της τι καί μόνο ν’ γγίξω τά ­ν­δύ­ματά του, θά σωθῶ π’ τήν σθένειά μου. 29 Κι μέσως σταμάτησε  αμορραγία της, καί κατάλαβε πό τή μεταβολή πού πρε τό σμα της τι θεραπεύθηκε πό τήν ρρώστια πού τήν βασάνιζε. 30 μέσως τότε ησος πληροφορήθηκε σωτερικά πό τή θεία του φύση τή δύναμη πού βγκε π’ ατόν, κι φο στράφηκε πρός τό λαό επε: Ποιός γγιξε τά νδύματά μου; 31 Ο μαθητές του μως τοῦ λεγαν: Βλέπεις τι  κόσμος σέ στριμώχνει π’ λα τά μέρη, κι σύ λές, ποιός μέ γγιξε; 32 λλά ησος παρατηροσε γύρω γιά νά δεῖ κείνη πού τό κανε ατό. 33  γυναίκα τότε μέ φόβο καί τρόμο, πειδή γνώριζε τή θεραπεία πού τς εχε γίνει, λθε κι πεσε γονατιστή μπροστά του καί το επε λη τήν λήθεια. 34 Κι ατός τς επε: Κόρη μου,  πίστη πού εχες τι θά θεραπευόσουν άν γγιζες τό ν­δυ­μά μου, σέ χει σώσει πό τήν σθένειά σου. Πήγαινε στό καλό ερηνική καί συχη καί νά εσαι πάντα γιής πό τήν ρρώστια πού σέ βασάνιζε.

Facebooktwitterpinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *