Τρίτη 16 Μαΐου

Εαγγέλιον: μέρας, Τρ. ε΄ βδ. ωάννου (ω. η΄ 51-59)

51 μν μν λέγω μν, άν τις τν λόγον τν μν τηρήσ, θάνατον ο μ θεωρήσ ες τν αἰῶνα. 52 επον ον ατ ο ου­δαοι· νν γνώκαμεν τι δαιμόνιον χεις. βραμ πέθανε κα ο προφται, κα σ λέγεις, άν τις τν λόγον μου τηρήσ, ο μ γεύσηται θανάτου ες τν αἰῶνα; 53 μ σ μείζων ε το πα­τρς μν βραάμ, στις πέθανε; κα ο προφται πέθανον· τίνα σεαυτν σ ποιες; 54 πεκρίθη ησος· ἐὰν γ δοξάζω μαυτόν, δόξα μου οδέν στιν· ­στιν πατήρ μου δοξάζων με, ν μες λέγετε τι Θες μν στι, 55 κα οκ γνώκατε ατόν· γ δ οδα ατόν. κα ἐὰν επω τι οκ οδα ατόν, σομαι μοιος μν ψεύστης· λλ’ οδα ατόν, κα τν λόγον ατο τηρ. 56 βραμ πατρ μν γαλλιάσατο να δ τν μέραν τν μήν, κα εδε κα χάρη. 57 επον ον ο ουδαοι πρς ατόν· πεντήκοντα ­τη οπω χεις κα βραμ ώ­ρακας; 58 επεν ατος ησος· μν μν λέγω μν, πρν βραμ γενέσθαι γώ εμι. 59 ραν ον λίθους να βάλωσιν π’ ατόν· ησος δ κρύβη, κα ξλθεν κ το ερο διελθν δι μέσου ατν, κα παργεν οτως.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

51 Κατηγορηματικά σᾶς βεβαιώνω ὅτι ἐάν κανείς τηρήσει καί ἐφαρμόσει στή ζωή του τό λόγο μου, δέν θά δεῖ ποτέ μέ τά μάτια του τόν πνευματικό καί αἰώνιο θάνατο, πού χωρίζει γιά πάντα τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό καί τόν καταδικάζει στήν αἰώνια κόλαση. 52 Μετά λοιπόν ἀπό τή νέα αὐτή διακήρυξη τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ εἶπαν οἱ Ἰουδαῖοι: Τώρα πεισθήκαμε τελείως ὅτι ἔχεις δαιμόνιο. Ὁ Ἀβραάμ, ὅπως καί οἱ προφῆτες, ἐνῶ τή­­­­ρη­σαν τό λόγο τοῦ Θεοῦ, πέθαναν· κι ἐσύ λές ὅτι ἐάν κα­νείς τηρήσει τό λόγο μου, δέν θά πεθάνει ποτέ; 53 Μήπως ἐσύ εἶσαι ἀνώτερος ἀπ’ τόν πατέρα μας τόν Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος παρόλα αὐτά πέθανε; Καί οἱ προ­φῆτες πέθαναν. Ἐσύ ποιός φαντάζεσαι ὅτι εἶσαι καί πό­­­σο μεγάλο θεωρεῖς τόν ἑαυτό σου; 54 Ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς: Ἐάν ἐγώ τιμῶ καί δοξάζω τόν ἑαυτό μου, ἡ δόξα μου δέν εἶναι τίποτε. Διότι ἐκεῖνοι πού καυχῶνται καί ἐπαινοῦν μόνοι τους τόν ἑαυτό τους γίνονται καταγέλαστοι. Γιά μένα ὅμως ὑπάρχει ὁ Πατέ­ρας μου, ὁ ὁποῖος μέ δοξάζει μέ τά θαύματα πού μέ τή δύναμή του ἐνεργῶ. Καί ὁ Πατέ­ρας μου εἶναι ἐκεῖ­­νος ἀκρι­βῶς γιά τόν ὁποῖο λέτε ἐσεῖς ὅτι εἶναι Θεός ἀπο­­κλει­στικά καί μόνο δικός σας. 55 Κι ὅμως δέν τόν γνωρίσατε, διότι ἀγνοεῖτε καί τή φύ­ση του καί τήν ἀγάπη του καί τό θέλημά του. Ἐγώ ὅμως τόν γνωρίζω καλά. Καί ἐάν πῶ ὅτι δέν τόν γνωρίζω, θά εἶμαι ψεύτης ἴδιος μέ σᾶς. Ἀλλά τόν γνωρίζω καλά, καί ἀκριβῶς γι’ αὐτό καί τηρῶ τό λόγο του. 56 Ὁ Ἀβραάμ, γιά τόν ὁποῖο καυχιέστε ὅτι τόν ἔχετε πα­τέρα, γεμάτος ἐλπίδα πού τόν γέμιζε μέ ἀφά­­ν­­τα­στη χα­ρά, λαχταροῦσε νά δεῖ τίς ἡμέρες τῆς ἐναν­θρω­­πή­σε­ώς μου· καί τίς εἶδε τώρα ἀπό τόν τόπο τῆς μακαριότη­τος ὅπου ζεῖ, καί χάρηκε. 57 Τοῦ εἶπαν τότε οἱ Ἰουδαῖοι: Οὔτε πενήντα χρονῶν δέν εἶσαι ἀκόμη, κι ἔχεις δεῖ τόν Ἀβραάμ, πού ἔζησε πρίν ἀπό δύο χιλιάδες περίπου χρόνια; 58 Τούς εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς: Ἀληθινά σᾶς λέω, προτοῦ ἀκόμη νά ἔλθει στήν ὕπαρξη ὁ Ἀβραάμ, ἐγώ ὑπάρχω παντοτινά πρίν ἀπό τούς αἰῶνες. 59 Μετά λοιπόν ἀπό τήν ἀποκάλυψη αὐτή πού ἔκανε γιά τόν ἑαυτό του ὁ Ἰησοῦς, οἱ Ἰουδαῖοι πῆραν ἀπό τή γῆ πέτρες γιά νά τίς ρίξουν ἐναντίον του. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως μέ θαυμαστή θεϊκή ἐπενέργεια χάθηκε ἀπό τά μά­τια τους καί βγῆκε ἀπό τό ἱερό, ἀφοῦ πέρασε ἀνά­με­σά τους ἀπα­­­ρατήρητος. Κι ἔφυγε ἔτσι, χωρίς νά φαί­νεται σ’ αὐ­τούς.

 

Facebooktwitterpinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *