Μήπως ο Θεός και η πίστη είναι απλά εγκεφαλικές διεργασίες;

Ερώτηση που λάβαμε:

Οι εξελίξεις στις σύγχρονες επιστήμες τείνουν να αποξηραίνουν πολλές από τις έννοιες που ως χριστιανοί δεχόμαστε απροβλημάτιστα. Η αγάπη, η χαρά, η λύπη, οι επιθυμίες, οι λογισμοί, ακόμα και το θρησκευτικό συναίσθημα, όλα μπορούν να περιγραφούν στα πλαίσια μιας βιολογικής θεωρίας, χωρίς καμία νοηματοδότηση. Μήπως τελικά η ψυχή δεν υπάρχει; Μήπως τελικά και ο Θεός είναι αποτέλεσμα βιοχημικών διεργασιών του εγκεφάλου μας;

Η απάντηση της ιστοσελίδας μας:

Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος μέσω της επιστήμης προσπαθεί συνεχώς να κατανοεί και να περιγράφει με ολοένα μεγαλύτερη ακρίβεια και λεπτομέρεια τον κόσμο γύρω του.

Ωστόσο πρέπει να γνωρίζουμε ότι η περιγραφή της φύσης μέσα από την επιστημονική μέθοδο έχει κάποιους βασικούς περιορισμούς όπως:

  1. οι επιστημονικές θεωρίες ποτέ δεν είναι τέλειες και πλήρεις – πάντοτε οι θεωρίες θα βελτιώνονται, θα εξελίσσονται και θα προοδεύουν αλλά ταυτόχρονα αυτό σημαίνει πως πάντοτε θα υπάρχουν και ελλείψεις και περιθώρια για νέες ανακαλύψεις.
  2. η επιστημονική μέθοδος, η οποία βασίζεται στο πείραμα και την παρατήρηση, δεν μπορεί ούτε να απορρίψει, ούτε να επιβεβαιώσει την ύπαρξη Δημιουργού Θεού, να κινηθεί δηλαδή έξω από το χώρο, το χρόνο και την ύλη και να μελετήσει υπερφυσικές πραγματικότητες.

Η επιστημονική περιγραφή ενός φυσικού φαινομένου δεν αντίκειται στην ύπαρξη ενός Δημιουργού Θεού που δημιούργησε το φυσικό φαινόμενο και το συντηρεί στην ύπαρξη. Αν για παράδειγμα ο ανθρώπινος εγκέφαλος λειτουργεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει Θεός Δημιουργός ο οποίος όρισε το πως ακριβώς θα λειτουργεί.

Το ίδιο συμβαίνει και στην ανθρώπινη καθημερινότητα: κάθε ανθρώπινη κατασκευή, για παράδειγμα ένα κτίριο, μπορεί να περιγραφεί με μεγάλη ακρίβεια μέσα από μαθηματικές εξισώσεις και νόμους της φυσικής. Μήπως αυτό σημαίνει πως δεν υπήρξαν μηχανικοί οι οποίοι το σχεδίασαν και το κατασκεύασαν μόνο και μόνο επειδή μπορεί να περιγραφεί η δημιουργία και η λειτουργία του κτιρίου μέσα από εξισώσεις;

Ακόμη λοιπόν και αν υποθετικά όλα μπορούν να περιγραφούν στο πλαίσιο κάποιας επιστημονικής θεωρίας, αυτό δε σημαίνει πως δεν έχουν γίνει και πως δε συντηρούνται στην ύπαρξη από το Θεό.

Η πίστη στην ύπαρξη του Θεού δε βασίζεται στην άγνοιά μας για το πώς υπάρχει και πως λειτουργεί ο φυσικός κόσμος αλλά βασίζεται στη βιωματική γνώση του αληθινού Θεού μέσα από την Αποκάλυψη Του στον κόσμο και την κοινωνία κάθε πιστού μαζί Του (“ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν” – Α Ιων. κεφ α’, στ. 1). Άρα η πίστη στον Θεό δεν απειλείται από την επιστημονική ερμηνεία και περιγραφή των μέχρι τώρα άγνωστων φυσικών φαινομένων.

Για το θρησκευτικό συναίσθημα: είναι γεγονός ότι αυτό εμφανίζεται σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, σε όλους τους πολιτισμούς και σε όλες τις εποχές. Από τους πιο πρωτόγονους πολιτισμούς μέχρι σήμερα, από τις άγριες φυλές του Αμαζονίου μέχρι τις σύγχρονες μεγαλουπόλεις υπάρχουν πιστοί, ναοί και θρησκευτικά σύμβολα. Αυτό εύλογα γεννά το ερώτημα από πού προέρχεται αυτή η πανανθρώπινη ανάγκη.

Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Eκκλησίας μας, ο άνθρωπος πλάστηκε ευθύς εξ αρχής από τον τριαδικό Θεό κατ’ εικόνα και καθ’ ομοιότητά Του. Αυτό σημαίνει ότι έχει εκ φύσεως κάποια ιδιαίτερα γνωρίσματα όπως είναι το αυτεξούσιο και η ανάγκη να “ομοιωθεί” με το Θεό, να έρθει δηλαδή σε επαφή, κοινωνία και ενότητα με το Θεό. Από αυτό το γνώρισμα της ανθρώπινης ψυχής πηγάζει και το θρησκευτικό φαινόμενο το οποίο όπως αναφέρθηκε έχει πανανθρώπινη διάσταση.

Σύμφωνα πάλι με τη διδασκαλία της Eκκλησίας μας ο άνθρωπος είναι ενιαία ψυχοσωματική οντότητα και κατά συνέπεια τα βιώματα της ψυχής μπορούν να έχουν επίδραση στο σώμα και αντίστροφα. Συνεπώς μια τέτοια πιθανή συσχέτιση της πίστης με γονίδια και βιοχημικές αντιδράσεις, αν είναι όντως επιστημονική, μάλλον υποδηλώνει ότι η πίστη στο Θεό είναι η φυσιολογική και υγιής κατάσταση του ανθρώπου (κομμάτι της φυσιολογίας του) και σε καμία περίπτωση δε συνιστά απόδειξη ότι δεν υπάρχει ψυχή σύμφωνα με τα όσα αναφέραμε.

Ακόμη και αν υποτεθεί ότι κάποιοι άνθρωποι έχουν γενετική προδιάθεση είτε για μεμονωμένα συναισθήματα (θυμό, πραότητα, χαρά, λύπη κλπ) είτε για θρησκευτικής υφής συναισθήματα αυτό από μόνο του δεν καθορίζει αν θα αποκτήσουν καλύτερη ή χειρότερη σχέση με το Θεό και γνώση της αλήθειας. Η θεία Πρόνοια πάνσοφα και πανάγαθα διανέμει διαφορετικά χαρίσματα και ευκαιρίες σε κάθε άνθρωπο και πάλι κρίνει με περισσότερη επιείκεια ή αυστηρότητα βάσει αυτών χαρισμάτων και ευκαιριών διότι από αυτόν που δόθηκαν πολλά, πολλά και θα ζητηθούν, και από αυτόν που δόθηκαν λίγα, λίγα θα ζητηθούν,κατά τρόπον ώστε κανείς άνθρωπος να μην είναι αδικημένος ενώπιον του Θεού. (Πρβλ. Λουκ. ιβ΄ 48: «παντὶ ᾧ ἐδόθη πολύ, πολὺ ζητηθήσεται παρ᾿ αὐτοῦ, καὶ ᾧ παρέθεντο πολύ, περισσότερον αἰτήσουσιν αὐτόν»)

Στο σημείο αυτό ωστόσο είναι χρήσιμο να σταθούμε κριτικά απέναντι στις παρερμηνείες των επιστημονικών θεωριών και να τοποθετήσουμε τις προσπάθειες περιγραφής του ανθρώπινου εγκεφάλου και τα πορίσματα των αντίστοιχων ερευνών στις πραγματικές τους διαστάσεις.

Είναι γεγονός ότι συγκεκριμένες βιοχημικές αντιδράσεις σε διάφορα όργανα του σώματος και ειδικά στον εγκέφαλο έχουν επιστημονικά συσχετισθεί με συγκεκριμένα συναισθήματα. Αυτή η διαπίστωση άραγε καταργεί την ύπαρξη ανθρώπινης ελευθερίας, δηλαδή ελευθερίας βουλήσεως και επιλογής; Προκαθορίζουν τα γονίδια την ανθρώπινη συμπεριφορά και είναι οι αποκλειστικοί παράγοντες που διαμορφώνουν προσωπικότητα; Είναι οι χημικές ενώσεις που καθορίζουν τα συναισθήματα ή συμβαίνει και το αντίθετο;

Ας εξετάσουμε ένα παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι έχουμε δύο αδέρφια μονοζυγωτικά δίδυμα. Το γεγονός ότι έχουν το ίδιο DNA σημαίνει ότι οπωσδήποτε θα συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο και θα κάνουν τις ίδιες επιλογές υπό όμοιες συνθήκες; Η κοινή εμπειρία αλλά και η επιστημονική έρευνα συμφωνούν πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, διότι πολύ μεγάλη επίδραση στη συμπεριφορά ενός ανθρώπου έχει το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει συμπεριλαμβανομένης της οικογένειας, του σχολείου και της ευρύτερης κοινωνίας.

Ακόμη όμως και όταν προκαλούνται υπό συγκεκριμένες συνθήκες τα ίδια συναισθήματα σε διαφορετικούς ανθρώπους, ο τρόπος αντίδρασης του καθενός μπορεί να διαφέρει κατά πολύ ανάλογα με τις προηγούμενες εμπειρίες του, το χαρακτήρα του και την αγωγή του.

Αντίστροφα μπορεί και ο άνθρωπος με κατάλληλη εξάσκηση να ελέγχει σε κάποιο βαθμό τα συναισθήματά του και κατ΄ επέκταση τις βιοχημικές αντιδράσεις με τις οποίες αυτά συσχετίζονται. Αυτό για παράδειγμα συμβαίνει με τους πιλότους μαχητικών αεροσκαφών οι οποίοι με κατάλληλη εκπαίδευση και εξάσκηση μαθαίνουν να διατηρούν τους σφυγμούς τους, τα επίπεδα αδρεναλίνης και κυρίως τις αισθήσεις τους σε συγκεκριμένα όρια ακόμη και σε πολύ υψηλές επιταχύνσεις. Το ίδιο συμβαίνει όμως και σε πολλούς άλλους τομείς.

Χωρίς να θέλουμε να γενικεύσουμε και να επεκταθούμε στο χώρο της ιατρικής, σημειώνουμε ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν περιγράφεται ούτε ερμηνεύεται αποκλειστικά μέσα από βιοχημικές διεργασίες. Το ότι βιοχημικές αντιδράσεις αναμφίβολα συμβαίνουν δεν απαντά από μόνο του στο τι τις προκαλεί κάθε φορά. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την πολύ μεγάλη επίδραση που έχουν τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, η κοινωνία, η ελεύθερη ανθρώπινη βούληση και βέβαια η θεία Χάρις στην ψυχή κάθε ανθρώπου.

Ανακεφαλαιώνοντας, η διδασκαλία της Εκκλησίας μας είναι ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό με χαρακτηριστικά γνωρίσματα το αυτεξούσιο και τον πόθο του για κοινωνία και ένωση με το Δημιουργό του. Τυχόν συσχέτιση αυτών των βιωμάτων της ψυχής με βιοχημικές διεργασίες στο σώμα δεν αναιρεί την ύπαρξη Θεού Δημιουργού ούτε την ύπαρξη ψυχής και ελεύθερης βούλησης στον άνθρωπο. Δεν είναι τα γονίδια που δημιουργούν το Θεό αλλά ο Θεός είναι που δημιουργεί τα γονίδια καθώς και ολόκληρη τη φύση και Αυτός ο οποίος χαρίζει στον άνθρωπο το αυτεξούσιο, την ελευθερία και την κλήση για θέωση και κοινωνία μαζί Του.

Facebooktwitterpinterestmail

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.