Σάββατο 1 Απριλίου

Εὐαγγέλιον τῆς Θεοτόκου, 8 Σεπ. (Λουκᾶ α΄ 39-49, 56)

39 Ἀναστᾶσα δὲ Μαριὰμ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἐ­πο­ρεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν με­τὰ σπουδῆς εἰς πόλιν Ἰούδα, 40 καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶ­κον Ζαχαρίου καὶ ἠσπάσατο τὴν Ἐλισάβετ. 41 καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ 42 καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν· εὐλογη­μένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐ­λογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοι­λίας σου. 43 καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; 44 ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. 45 καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυ­­ρίου. 46 Καὶ εἶπε Μαριάμ· Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον 47 καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου, 48 ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν τα­πείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ. ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί· 49 ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ δυνατὸς καὶ ἅγιον τὸ ὄ­νο­μα αὐτοῦ. 

56 Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς καὶ ὑ­πέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐ­τῆς.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

39 Τίς ἡμέρες πού ἀκολού­θη­­­σαν μετά τόν εὐαγγε­λι­σμό ἡ Μαριάμ σηκώθηκε καί πῆγε γρή­γορα καί χωρίς ἀναβολή στήν ὀρεινή περιοχή τῆς Ἰου­­δαίας, σέ κάποια πόλη τῆς περιφέρειας ὅπου κα­τοι­κοῦ­σε ἡ φυλή τοῦ Ἰού­δα. 40 Καί μπῆκε στό σπίτι τοῦ Ζαχαρία καί πρώτη αὐτή χαιρέτισε τήν Ἐλισάβετ. 41 Καί τή στιγμή πού ἄκουσε ἡ Ἐλισάβετ τό χαιρετισμό τῆς Μαρίας, ἀναπήδησε τό βρέφος μέσα στήν κοιλιά της. Καί γέμισε ἡ Ἐλισάβετ ἀπό Πνεῦμα Ἅγιον 42 καί ἐξαιτίας τῆς μεγάλης χαρᾶς καί ἐκπλήξεώς της φώναξε μέ μεγάλη φωνή καί εἶπε: Εἶσαι εὐλογημένη ἀπό τόν Θεό ἐσύ περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη γυναίκα. Καί εἶναι εὐλογημένο καί τό ἔμβρυο πού βλάστησε στήν κοι­λιά σου ὡς καρπός ἄχραντος καί παρθενικός. 43 Καί πῶς μοῦ ἔγινε αὐτή ἡ τιμή; Ποιά ἀρετή ἤ ἀξία ἔχω ἐγώ, ὥστε νά ἔλθει νά μέ ἐπισκεφθεῖ ἡ μητέρα τοῦ ­Κυ­ρίου μου; 44 Καί εἶσαι πραγματικά ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου μου, διότι νά, μόλις ἦλθε στ’ αὐτιά μου ἡ φωνή τοῦ χαιρετισμοῦ σου, ἀνα­πήδησε μέσα στά σπλάχνα μου τό βρέφος μέ ἀσυγ­κρά­τητη χαρά. 45 Καί εἶναι εὐτυχισμένη ἐκείνη πού πίστεψε, ὅπως ἐσύ, ὅτι θά πραγματοποιηθοῦν πλήρως καί τελείως ἐκεῖνα πού τῆς ἔχει πεῖ ὁ Κύριος μέ τόν ἄγγελό του καί δέν ἔ­δει­ξε τήν ἀπιστία τοῦ συζύγου μου, πού τιμωρήθηκε. 46 Καί εἶπε ἡ Μαριάμ: Ἀνυμνεῖ καί δοξάζει ἡ ψυχή μου τό μεγαλεῖο τοῦ Κυρίου· 47 καί τό βάθος τῆς καρδιᾶς μου νιώθει μεγάλη χαρά γιά τόν Θεό, πού ἔσωσε κι ἐμένα μαζί μέ ὅλο τό ἀν­θρώ­πι­νο γένος. 48 Ἀνυμνεῖ ἡ ψυχή μου τόν Κύριο, διότι ἔριξε εὐνοϊκό βλέμμα σέ μένα τήν ταπεινή δούλη του, στή μικρότητα καί ἀσημότητά μου. Καί γι’ αὐτό, νά, ἀπό τώρα θά μέ μακαρίζουν ὅλες οἱ γενιές τῶν πιστῶν. 49 Διότι ὁ Θεός, πού ἔχει ἀπε­ρι­ό­­ριστη δύναμη καί τό ὄνομά του εἶναι ἅγιο, ἔκανε σέ μέ­να μεγάλα καί θαυμαστά ἔργα, ἀφοῦ μέ ἀξίωσε νά γίνω μητέρα τοῦ Σωτῆρος. Κι ἔτσι μέ τά ἔργα του, πού εἶ­ναι καταπληκτικά σέ δύναμη καί σέ ἁγιότητα, ὄχι μόνο ἀνυ­ψώ­νει ἀλλά καί ἁγιάζει τούς ταπεινούς του δούλους.

56 Ἔμεινε λοιπόν ἡ Μαριάμ μαζί μέ τήν Ἐλισάβετ περίπου τρεῖς μῆνες, κι ὅταν πλέον πλησίασε ἡ ὥρα νά γεννήσει ἡ Ἐλισάβετ, ἡ Μαριάμ ἐπέστρεψε στό σπίτι της.

Facebooktwitterpinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *