Δευτέρα 28 Νοεμβρίου

Εὐαγγέλιον: ἡμέρας, Δευτ. ια΄ ἑβδ. Λουκᾶ (Λκ. ιθ΄ 37 – 44):

37 ἐγγίζοντος δὲ αὐτοῦ ἤ­­­­δη πρὸς τῇ καταβάσει τοῦ ὄρους τῶν ἐλαιῶν ἤρξατο ἅπαν τὸ πλῆθος τῶν μαθη­τῶν χαίροντες αἰνεῖν τὸν Θε­ὸν φωνῇ μεγάλῃ περὶ πα­σῶν ὧν εἶδον δυνάμεων 38 λέγοντες· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος βασιλεὺς ἐν ὀνόματι Κυρίου· εἰρήνη ἐν οὐρανῷ καὶ δόξα ἐν ὑψί­στοις. 39 καί τινες τῶν Φαρισαίων ἀπὸ τοῦ ὄχλου εἶπον πρὸς αὐτόν· διδάσκαλε, ἐ­­πι­­τίμησον τοῖς μαθηταῖς σου. 40 καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐ­τοῖς· λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν οὗ­­τοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται. 41 καὶ ὡς ἤγγισεν, ἰδὼν τὴν πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ᾿ αὐτῇ, λέγων 42 ὅτι εἰ ἔγνως καὶ σύ, καί γε ἐν τῇ ἡμέρᾳ σου ταύτῃ, τὰ πρὸς εἰρήνην σου! νῦν δὲ ἐκρύβη ἀπὸ ὀφθαλμῶν σου· 43 ὅτι ἥξουσιν ἡμέραι ἐπὶ σὲ καὶ περιβαλοῦσιν οἱ ἐχθροί σου χάρακά σοι καὶ περικυκλώ­σουσί σε καὶ συνέξουσί σε πάντοθεν, 44 καὶ ἐδαφιοῦσί σε καὶ τὰ τέκνα σου ἐν σοί, καὶ οὐκ ἀφήσουσιν ἐν σοὶ λίθον ἐπὶ λίθῳ, ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἔγνως τὸν καιρὸν τῆς ἐπισκοπῆς σου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

37 Ὅταν λοιπόν πλησίαζε στά Ἱεροσόλυμα κι ἔφθασε κοντά στό σημεῖο πού τελειώνει ὁ κατηφορικός δρόμος τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, ὅλοι ἀπό τό πλῆθος τῶν μα­­θητῶν του ἄρχισαν μέ χαρά νά ἀνυμνοῦν καί νά δο­ξολογοῦν τόν Θεό μέ δυνατή φωνή γιά ὅλα τά θαύ­­μα­τα πού εἶχαν δεῖ ἕως τότε νά γίνονται ἀπό τόν Ἰη­σοῦ, 38 καί ἔλεγαν: Εὐλογημένος καί δοξασμένος εἶναι ὁ βα­σιλιάς πού ἔρχεται ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου ὡς ἀντι­πρό­σωπός του. Ὁ Μεσσίας ἔρχεται νά φέρει εἰρήνη στόν οὐρανό, διότι τώρα πιά συμφιλιώνονται καί εἰρη­νεύ­ουν οἱ ἄνθρωποι μέ τόν οὐράνιο Πατέρα καί τούς ἀγ­γέλους του. Ἀλλά καί οἱ ἄγγελοι πού βρίσκονται στά ὕψι­στα μέρη τοῦ οὐρανοῦ δοξάζουν τό Θεό γιά τήν ἐναν­θρώπηση καί τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία. 39 Μερικοί ὅμως ἀπό τούς Φαρισαίους βγῆκαν μέσα ἀπό τό πλῆθος τοῦ λαοῦ, μέ τόν ὁποῖο εἶχαν ἀναμιχθεῖ γιά νά κατασκοπεύσουν τόν Ἰησοῦ, καί τοῦ εἶπαν: Διδάσκαλε, ἐπιτίμησε τούς μαθητές σου γιά τά βλάσφημα αὐτά λόγια πού λένε, ἀποδίδοντας σέ σένα τιμές πού ἀνήκουν μόνο στό Μεσσία. 40 Καί ὁ Ἰησοῦς τούς ἀποκρίθηκε: Σᾶς βεβαιώνω ὅτι κι ἄν αὐτοί σιωπήσουν, θά κραυγάσουν οἱ ἄψυχες πέτρες. 41 Κι ὅταν πλησίασε καί εἶδε τήν πόλη Ἱερου­σαλήμ, τόν ἔπιασαν λυγμοί καί ἔχυσε ἄφθονα δάκρυα γι’ αὐ-τήν. Καί εἶπε: 42 Ἄν μάθαινες κι ἐσύ, ὅπως τό ξέρουν οἱ μαθητές μου καί οἱ ταπεινοί αὐτοί συνοδοί μου, ἔστω καί τήν τελευταία αὐτή μέρα, πού ἀποτελεῖ τήν τελευταία προθεσμία πού σοῦ δίνει ὁ Θεός, ἄν γνώριζες ἐκεῖνα πού θά σέ κάνουν νά εἰρηνεύσεις μέ τόν Θεό καί νά ἀποφύγεις τίς τρομερές συνέπειες τῆς ὀργῆς του! Ἄν ἤξερες ὅτι ἡ πίστη καί ἡ ὑπακοή σου σ’ ἐμένα θά σοῦ ἐξασφάλιζε τήν εἰρήνη σου μέ τόν Θεό καί συγχρόνως θά ἀπέτρεπε τήν καταστροφή τῆς ἐρημώσεώς σου, δέν θά χανόσουν. Τώρα ὅμως εἶναι τυφλωμένα τά μάτια σου καί δέν μπορεῖς νά δεῖς ποιά δεινά σέ περιμένουν. 43 Διότι θά ἔλθουν ἡμέρες ὀλέθριες γιά σένα. Τίς ἡμέ­ρες ἐκεῖνες οἱ ἐχθροί σου θά σέ ζώσουν γύρω-γύρω μέ χαρακώματα καί μέ ὀχυρωματικά ἔργα, θά σέ περικυκλώσουν καί θά σέ πολιορκήσουν σφιχτά ἀπ’ ὅλα τά μέ­ρη μέ στενή πολιορκία. 44 Καί θά κατεδαφίσουν τά οἰκοδομήματά σου καί τά τείχη σου. Ἀλλά καί ὅσα παιδιά σου βρεθοῦν μέσα στά τείχη σου θά τά ρίξουν σφαγμένα στή γῆ. Καί δέν θά ἀφήσουν μέσα στήν πόλη πέτρα πάνω στήν πέτρα. Κι ὅλα αὐτά θά τά πάθεις ὡς τιμωρία, ἐπειδή εἶχες θεληματική τύφλωση καί δέν συνειδητοποίησες τόν καιρό πού σέ ἐπισκέφθηκε ὁ Θεός γιά νά σέ ἐλεήσει καί νά σέ σώσει.

Facebooktwitterpinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *