Σάββατο 8 Οκτωβρίου

Εὐαγγέλιον: ἡμέρας, Σαβ. γ΄ ἑβδ. Λουκᾶ (Λκ. ε΄ 27 – 32):

27 Καὶ μετὰ ταῦτα ἐξῆλθε καὶ ἐθεάσατο τελώνην ὀνό­ματι Λευΐν, καθήμενον ἐπὶ τὸ τελώνιον, καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. 28 καὶ καταλιπὼν ἅπαντα ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ. 29 καὶ ἐποίησε δοχὴν μεγάλην Λευῒς αὐτῷ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, καὶ ἦν ὄχλος τελωνῶν πολὺς καὶ ἄλλων οἳ ἦσαν μετ᾿ αὐτῶν κατακείμενοι. 30 καὶ ἐγόγγυζον οἱ γραμματεῖς αὐτῶν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγοντες· διατί μετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν ἐσθίετε καὶ πίνετε; 31 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτούς· οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ὑγιαίνοντες ἰατροῦ, ἀλλ᾿ οἱ κακῶς ἔχοντες· 32 οὐκ ἐλήλυθα καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

27 Ὕστερα ἀπ’ αὐτά βγῆκε ἀπ’ τό σπίτι πού θερά­πευ­σε τόν παράλυτο, καί στό δρόμο παρατήρησε μέ ἰδι­αίτερο ἐνδιαφέρον καί προσοχή κάποιον τελώνη πού λεγόταν Λευΐς, νά κάθεται στήν τράπεζα τῆς εἰσ­πρά­­ξεως τῶν φόρων. Καί τοῦ εἶπε: Ἀκολούθα με ὡς μό­­νιμος καί ἰσόβιος μαθητής μου. 28 Ἐκεῖνος τότε ἄφησε τά πάντα, σηκώθηκε καί τόν ἀκο­λού­θησε. 29 Καί ἔκανε στό σπίτι του μεγάλη ὑποδοχή στόν Ἰη­σοῦ ὁ Λευΐς. Ἐκεῖ στήν τράπεζα τοῦ φα­γη­τοῦ ἦταν μα­ζί τους πολύ πλῆθος ἀπό τελῶνες καί ἄλλους, καί ἔτρω­γαν μαζί. 30 Οἱ γραμματεῖς τους ὅμως καί οἱ Φαρισαῖοι μουρμούριζαν ἐναντίον του, κι ἀφοῦ στράφηκαν στούς μαθητές του τούς ἔλεγαν: Γιατί τρῶτε καί πίνετε μέ τούς τελῶνες καί τούς ἁμαρτωλούς κι ἔρχεστε ἔτσι σέ στενή καί φιλική σχέση μ’ αὐτούς; 31 Τότε ὁ Ἰησοῦς τούς ἀποκρίθηκε: Δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπό γιατρό οἱ ὑγιεῖς, ἀλλά οἱ ἄρρωστοι. 32 Δέν ἔχω ἔλθει στόν κόσμο γιά νά καλέσω ἐκείνους πού θεωροῦν τούς ἑαυτούς τους δίκαιους, ἀλλά ἦλθα νά καλέσω τούς ἁμαρτωλούς σέ μετάνοια.

Facebooktwitterpinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *