Παρασκευή 13 Μαΐου

Εὐαγγέλιον: ἡμέρας, Παρ. β΄ ἑβδ. Ἰωάννου (Ἰω. ε΄ 30 – στ΄ 2):

30 Οὐ δύναμαι ἐγὼ ποιεῖν ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐδέν. καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστίν· ὅτι οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμ­ψαντός με πατρός. 31 Ἐὰν ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ ἐμαυτοῦ, ἡ μαρτυρία μου οὐκ ἔστιν ἀληθής.  32 ἄλλος ἐστὶν ὁ μαρτυρῶν περὶ ἐμοῦ, καὶ οἶδα ὅτι ἀ­λη­θής ἐστιν ἡ μαρτυρία ἣν μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ. 33 ὑμεῖς ἀπεστάλκατε πρὸς Ἰωάννην, καὶ μεμαρτύρηκε τῇ ἀληθείᾳ· 34 ἐγὼ δὲ οὐ παρὰ ἀνθρώ­που τὴν μαρτυρίαν λαμ­βάνω, ἀλλὰ ταῦτα λέγω ἵνα ὑμεῖς σωθῆτε. 35 ἐκεῖνος ἦν ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων, ὑμεῖς δὲ ἠθελήσατε ἀγαλλιαθῆναι πρὸς ὥραν ἐν τῷ φωτὶ αὐτοῦ. 36 ἐγὼ δὲ ἔχω τὴν μαρτυρίαν μείζω τοῦ Ἰωάννου· τὰ γὰρ ἔργα ἃ ἔδωκέ μοι ὁ πατὴρ ἵνα τελειώσω αὐτά, αὐτὰ τὰ ἔργα, ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ ὅτι ὁ πατήρ με ἀπέσταλκε. 37 καὶ ὁ πέμψας με πατήρ, αὐτὸς μεμαρτύρηκε περὶ ἐ­μοῦ. οὔτε φωνὴν αὐτοῦ ἀ­κηκόατε πώποτε οὔτε εἶ­δος αὐτοῦ ἑωράκατε, 38 καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ οὐκ ἔχετε μένοντα ἐν ὑμῖν, ὅτι ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος, τούτῳ ὑμεῖς οὐ πιστεύετε. 39 ἐρευνᾶτε τὰς γραφάς, ὅτι ὑμεῖς δοκεῖτε ἐν αὐταῖς ζωὴν αἰώνιον ἔχειν· καὶ ἐ­κεῖ­ναί εἰσιν αἱ μαρτυροῦσαι πε­ρὶ ἐμοῦ· 40 καὶ οὐ θέλετε ἐλθεῖν πρός με ἵνα ζωὴν ἔχητε. 41 δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαμβάνω· 42 ἀλλ’ ἔγνωκα ὑμᾶς ὅτι τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔχετε ἐν ἑαυτοῖς. 43 ἐγὼ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνό­ματι τοῦ πατρός μου, καὶ οὐ λαμβάνετέ με· ἐὰν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήψεσθε. 44 πῶς δύνασθε ὑμεῖς πι­στεῦσαι, δόξαν παρὰ ἀλ­λή­λων λαμβάνοντες, καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε; 45 μὴ δοκεῖτε ὅτι ἐγὼ κατηγορήσω ὑμῶν πρὸς τὸν πατέρα· ἔστιν ὁ κατηγορῶν ὑμῶν Μωϋσῆς, εἰς ὃν ὑμεῖς ἠλπίκατε. 46 εἰ γὰρ ἐπιστεύετε Μωϋ­σεῖ, ἐπιστεύετε ἂν ἐμοί· πε­ρὶ γὰρ ἐμοῦ ἐκεῖνος ἔγρα­ψεν. 47 εἰ δὲ τοῖς ἐκείνου γράμμασιν οὐ πιστεύετε, πῶς τοῖς ἐμοῖς ρήμασι πιστεύσετε; Μετὰ ταῦτα ἀπῆλθεν ὁ Ἰησοῦς πέραν τῆς θαλάσσης τῆς Γαλιλαίας τῆς Τιβεριάδος· 2 καὶ ἠκολούθει αὐτῷ ὄχλος πολύς, ὅτι ἑώρων αὐτοῦ τὰ σημεῖα ἃ ἐποίει ἐπὶ τῶν ἀσθενούντων.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

30 Αὐτοί θά δικαστοῦν ἀπό ἐμένα μέ κάθε δικαιοσύ­­νη. Διότι ἐγώ καί τώρα καί πάντοτε δέν μπορῶ νά κά­νω τίποτε ἀπό μόνος μου, πού νά μήν τό θέλει καί ὁ Πα­­­τέρας μου. Κρίνω σύμφωνα μέ ὅσα ἀκούω ἀπό τόν Πα­­­­­­­τέ­­­ρα μου νά λέει σέ μένα, τόν Υἱό του, πού ἔγινα καί ἄν­­­­θρω­­­­­­­­πος. Καί ἡ κρίση μου αὐτή εἶναι δίκαιη. Διότι δέν ζη­­τῶ νά στή­σω τό θέλημά μου, ἀλλά τό θέλημα τοῦ Πα­τρός μου πού μέ ἔστειλε στόν κόσμο καί πού εἶ­ναι σ’ ὅλα δίκαιος. 31 Ἴσως θά μοῦ πεῖτε ὅτι δέν πιστεύουμε σ’ αὐτά πού λές γιά τόν ἑαυτό σου, διότι στηρίζονται σέ δική σου ἐγωιστική μαρτυρία. Πράγματι. Ἐάν ἐγώ ἀπό μόνος μου ἔδινα μαρτυρία γιά τόν ἑαυτό μου, ἡ μαρτυρία μου θά μποροῦσε νά μήν εἶναι ἀξιόπιστη. 32 Ἄλλος ὅμως δίνει μαρτυρία γιά μένα: ὁ ἐπουράνιος Πατέρας μου. Καί ἐξαιτίας τῆς ἰδιαίτερης σχέσεώς μου μ’ αὐ­τόν ἔχω μέσα στή συνείδησή μου ἀλάνθαστη πληροφορία καί γνω­ρίζω καλά ὅτι εἶναι ἀληθινή ἡ μαρτυρία πού δίνει γιά μένα. 33 Ἐπειδή ὅμως ἐσεῖς δέν ἀκοῦτε τή φωνή αὐτή τοῦ Πατρός μου καί ἐπιμένετε νά ζητᾶτε ἐξωτερικές μαρτυρίες, σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι ἐσεῖς ἔχετε στείλει ἀπεσταλμένους στόν Ἰωάννη, καί ἐκεῖνος ἔχει δώσει πρίν ἀπό πολύ καιρό μαρτυρία γιά τήν ἀλήθεια. 34 Ἐγώ ὅμως ἔχω τήν πληροφορία πού μοῦ δίνει ἄμε­­σα ὁ Πα­­τέρας μου μέσα στή συνείδησή μου, καί δέν βασίζο­μαι στή μαρτυρία πού δίνει κάποιος ἄν­­θρω­πος, ἔστω κι ἄν ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἶναι ὁ Ἰω­άν­­­­­­νης. Σᾶς τά λέ­ω ὅμως αὐτά γιά τή μαρτυρία τοῦ Ἰωάννη, προ­­­κει­μέ­νου νά πεισθεῖτε τουλάχιστον ἀπό τή μαρ­­­­τυρία ἑνός ἀνθρώ­που πού θεωρεῖτε ἀξιόπι­στο, καί νά σωθεῖτε. 35 Ἐκεῖνος δέν ἦταν ὅπως ἐγώ, ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ἀλλά ἦταν τό λυχνάρι πού δέν εἶχε ἀπό μόνο του φῶς, ἀλλά δέχθηκε τό φῶς πού τοῦ ἄναψε τό Ἅγιον Πνεῦ­­μα, καί γι’ αὐτό φώτιζε. Ἐσεῖς θελήσατε νά χαρεῖτε μέ τό φῶς τῆς διδασκαλίας του, ἀλλά δυστυχῶς γιά λί­γο μόνο καιρό. 36 Ἐγώ ὅμως ἔχω νά σᾶς προβάλω μιά ἀλάνθαστη μαρ­­­τυρία, πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπό τή μαρτυρία τοῦ Ἰω­­άννη: τά ἔργα μου. Διότι ὅλη ἡ θαυμαστή δράση μου μέ τά θαύματα καί τά καταπληκτικά ἔργα πού μοῦ ἀνέ­θε­σε ὁ Πατέρας μου νά ἐπιτελέσω μέ τή δύναμή του ὡς Μεσσίας, αὐτά τά ἔργα πού μόνο ἐγώ ἐπιτελῶ, μαρ­τυ­­ροῦν γιά μένα ὅτι ὁ Πατήρ μέ ἔχει ἀποστείλει στόν κό­σμο. 37 Καί ὁ Πατήρ πού μέ ἀπέστειλε στόν κόσμο, αὐτός ἔχει δώσει πρίν ἀπό πολύ καιρό μαρτυρία γιά μένα στήν Ἁγία Γραφή. Ἐσεῖς ὅμως οὔτε τή φωνή του ἔχετε ἀκού­σει ποτέ ἕως τώρα, οὔτε τή μορφή του ἔχετε δεῖ· δι­ότι ὁ Θεός εἶναι ἀόρατος καί δέν τόν ἀντιλαμβάνεται κα­νείς μέ τίς σωματικές του αἰσθήσεις. Συνεπῶς καί τή μαρ­τυρία του γιά μένα θά ἔπρεπε νά τήν ἀναζητήσετε στήν Ἁγία Γραφή. 38 Ἀλλά ἐσεῖς καί τό λόγο τοῦ Θεοῦ πού περιέχεται στήν Ἁγία Γραφή δέν τόν ἔχετε ἐγκολπωθεῖ, ὥστε νά κα­τοικεῖ μέσα σας. Καί ἀπόδειξη γι’ αὐτό εἶναι ὅτι δέν πι­στεύετε σ’ αὐτόν πού ἀπέστειλε στόν κόσμο ἐκεῖνος, ὁ Πατήρ. 39 Ἐσεῖς ἐξετάζετε τίς Ἅγιες Γραφές μέ προσκόλληση στό ἐξωτερικό τους γράμ­μα, διότι νομίζετε ὅτι μόνο μέ τήν ἀνά­γνωση καί τήν ἐξέταση αὐτή θά ἔχετε ζωή αἰώνια. Κι ὅμως ἐκεῖνες εἶναι πού μαρτυροῦν γιά μένα. 40 Δυστυχῶς ὅμως, παρά τή μαρτυρία τῶν Γραφῶν, δέν θέλετε νά ἔλθετε κοντά μου, γιά νά ἔχετε ζωή αἰώ­νια. 41 Μή νομίσετε ὅτι ἀπό ματαιοδοξία ζητῶ νά ἔλθετε σέ μένα ὡς μαθητές μου. Ὄχι. Δέν ἐπιδιώκω νά μέ δοξάζουν οἱ ἄνθρωποι. 42 Ἀλλά ἀπό τή συναναστροφή μου μέ σᾶς καί ἀπό τήν προσωπική μου πείρα σᾶς ἔχω μάθει πολύ καλά καί εἶμαι βέβαιος ὅτι δέν ἔχετε μέσα σας τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό. 43 Αὐτό μάλιστα ἀποδεικνύεται ἀπό τό ὅτι ἐγώ ἦλθα ἐξ ὀνόματος τοῦ Πατρός μου ὡς ἀντιπρόσωπός του, γιά νά φανερώσω τό ὄνομά του καί τό θέλημά του, κι ὅμως ἐσεῖς δέν μέ δέχεσθε καί δέν πιστεύετε στή θεϊκή μου ἀποστολή. Ἐάν ἔλθει κάποιος ἄλλος, ψευδομεσσίας, πού θά ἐπιδιώ­κει τό δικό του συμφέρον καί τή δόξα τοῦ δι­κοῦ του ὀνόματος, ἐκεῖνον θά τόν ὑποδεχθεῖτε. 44 Ἀλλά πῶς εἶναι δυνατόν νά πιστέψετε ἐσεῖς, ἀφοῦ ἐπι­διώκετε νά παίρνετε δόξα καί ἐπαίνους ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο καί δέν ζητᾶτε τή δόξα πού πηγάζει ἀπό τόν ἕνα καί μόνο Θεό; 45 Μή φαντάζεσθε ὅτι ἐγώ θά σᾶς κατηγορήσω στόν Πατέρα μου. Ὑπάρχει ἄλλος πού σᾶς κατηγορεῖ, κι αὐ­τός εἶναι ὁ Μωυσῆς, στόν ὁποῖο ἐσεῖς ἔχετε στηρίξει τίς ἐλ­πί­δες σας. 46 Καί εἶναι κατήγορός σας ὁ Μωυσῆς, διότι οὔτε στά δικά του λόγια πιστεύετε. Ἐάν πραγματικά πιστεύατε στό Μωυσῆ, θά πιστεύατε καί σέ μένα. Διότι γιά μένα ἐκεῖ­νος ἔγρα­ψε προφητικῶς καί προανήγγειλε τόν ἐρ­χο­μό μου σέ πολλά μέρη τῶν συγγραμμάτων του, εἴτε μέ τύπους καί εἰκόνες, εἴτε μέ σαφεῖς προφητεῖες. 47 Ἐάν λοιπόν δέν πιστεύετε σ’ ὅσα ἔχει γράψει ἐκεῖ­­νος, πού τόν ἔχετε σέ τόσο μεγάλη ὑπόληψη, πῶς θά πι­στέ­ψε­τε στά δικά μου λόγια, ἀφοῦ ἐμένα γιά πρώτη φορά μέ βλέπετε καί μ’ ἀκοῦτε; Μετά ἀπ’ αὐτά ἀναχώρησε ὁ Ἰησοῦς στήν ἀπέναντι ὄχθη τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας, ἡ ὁποία ὀνο­μάζεται καί Τιβεριάδα. 2 Τόν ἀκολουθοῦσε στό μεταξύ πολύς λαός, διότι ἔβλεπαν τά θαύματά του πού ἔκανε στούς ἀρρώ­στους.

Facebooktwitterpinterestmail
Διάβασε τους κανόνες σχολιασμού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *